Γράφει η Jinxie Jinx
Πόσο με γέλασες μωρέ. Πόσο με γέλασες. Κι έφυγες γελώντας και εγώ πάλι σε ένα παγκάκι με λειψό κουράγιο και βαρίδι στις πλάτες. Αυτή τη φορά σε πίστεψα.
Είπα «δεν μπορεί, δεν μπορεί πάλι». Κι όμως. Με γέλασες.
Κι είχα διαλέξει τα πιο όμορφα ρούχα να σε υποδεχτώ. Είχα φροντίσει την παραμικρή λεπτομέρεια. Είχα βάλει και δυο λουλούδια στο βάζο. Κι ένα στην καρδιά.
Είχα βάλει μουσική να παίζει. Και τα παντζούρια μισόκλειστα για την ατμόσφαιρα. Είχα αρωματίσει και το σπίτι. Όλα φροντισμένα με λεπτομέρειες.
Κι εσύ, γαμώτο, άφαντος. Εσύ έφυγες γελώντας. Πόσο με γέλασες πάλι.
Και τα ρούχα έμειναν σιδερωμένα στην κρεμάστρα. Για την επόμενη φορά που θα σε περιμένω. Τα λουλούδια τα πέταξα. Και σήκωσα και τα παντζούρια να μπει λίγο φως να μου γλυκαίνει τη θλίψη που ρίζωσε μέσα μου.
Κι εσύ έφυγες γελώντας και σφυρίζοντας. Με γέλασες μωρέ… Πάλι.
