Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Θεέ μου, πες μου, που πάνε όταν πεθαίνουν οι αλήτες;
Αυτοί που έβαλαν τα στήθη τους μπροστά κι ας το ΄δαν το μαχαίρι.
Αυτοί που έκλαψαν πεσμένοι στα γόνατα τις νύχτες σιωπηλά και το πρωί οι αθεόφοβοι, ήτανε πάλι όρθιοι.
Αυτοί που όταν τους ρωτούσανε, λέγανε πάντα, “όλα μια χαρά”, μα μέσα τους πέθαιναν.
Αυτοί Θεούλη μου, που πιστέψαν στην αγάπη, πιο δυνατά, από ότι πιστέψανε σε εσένα.
Που βάπτισαν τον έρωτα Θεό τους και μεταλάβανε από το χέρι του, σώμα, ιδρώτα και αίμα.
Που βλαστημήσανε όσους δηλώνανε Άγιοι στα χαρτιά, ενώ δεν ήτανε.
Που πάνε όλοι αυτοί όταν πεθαίνουν;
Πες μου Θεέ μου, που πάνε όταν πεθαίνουν οι αλήτες;
Πάνε με τους αθώους σε πράσινα λιβάδια ή συνεχίζουνε να καίγονται οι ψυχές τους;
Αγιάζονται όταν φεύγουν από εδώ ή γίνονται ολοκαύτωμα από τα πάθη;
Γίνονται άγγελοι όταν έρχονται ψηλά ή παραμένουν δαίμονες;
Που πάνε Θεέ μου οι αλήτες όταν φεύγουν από εδώ;
Τους συχωράει άραγε κανείς;
Υπάρχει ένα κεράκι και για αυτούς;
Ανάβει κάπου ένα καντήλι με λαδάκι;
Τους φτιάχνουνε μνημεία;
Τους λέει μοιρολόγι καμιά μάνα;
Φέρανε μαύρα όσοι τους είδαν ξεψυχάνε στην πυρά;
Άκου με Θεέ μου!
Να μην τους βάζεις με τους άλλους συντρόφια, θα στους χαλάσουν!
Φτιάξε έναν τόπο ολότελα δικό τους, κι ας είναι και χειρότερος από κόλαση, δεν την φοβούνται. Την κόλαση την έχουνε στο αίμα τους οι αλήτες!
Φτιάξε έναν τόπο ολότελα δικό τους, να τραγουδάνε, να γελάνε και να κλαίνε αγκαλιά, πίνοντας άσπρο πάτο όλες τις ένδοξες τους ήττες και χορεύοντας ζεμπέκικο τους πόνους τους, χτυπώντας ο ένας στον άλλο παλαμάκια…
Να μην τους βάζεις με τους άλλους συντρόφια, θα στους χαλάσουν!
