Οι άνθρωποι που σου αρέσουν πολύ, συνήθως δεν έχουν καμία σχέση με τον τύπο σου.
Κι αυτό είναι ενοχλητικό. Γιατί εσύ έχεις κάνει τη δουλειά σου. Έχεις αποφασίσει. Ξέρεις τι δεν θέλεις, τι σε κουράζει, τι σε μπερδεύει, τι δεν θα ξαναανεχτείς ούτε με αίτηση και σφραγίδα από το ΚΕΠ.
Έχεις μια λίστα.
Να είναι έξυπνος, αλλά όχι ξερόλας. Να έχει χιούμορ, αλλά να μη νομίζει ότι κάθε κουβέντα είναι open mic. Να είναι τρυφερός, αλλά να μη σου στέλνει δεκαεπτά μηνύματα επειδή άργησες δώδεκα λεπτά να απαντήσεις. Να έχει ζωή, φίλους, ενδιαφέροντα, μια σχέση με την πραγματικότητα και, ιδανικά, να μην εξαφανίζεται μόλις η συζήτηση ξεφύγει από τα memes.
Και μετά εμφανίζεται εκείνος.
Δεν είναι ακριβώς όπως τον είχες φανταστεί. Ίσως μιλάει πιο λίγο απ’ όσο θα ήθελες. Ίσως δεν ντύνεται όπως θα διάλεγες. Ίσως δεν έχει καμία από τις «προϋποθέσεις» που κάποτε θεωρούσες αδιαπραγμάτευτες.
Αλλά γελάς.
Όχι ευγενικά. Όχι για να περάσει η ώρα. Γελάς με εκείνο το γέλιο που σε κάνει να ξεχνάς να κρατήσεις την εικόνα σου σωστή.
Και ξαφνικά τον σκέφτεσαι όταν βλέπεις μια άκυρη πινακίδα στον δρόμο. Θέλεις να του πεις τι είπε η κυρία στο απέναντι τραπέζι. Θέλεις να του στείλεις ένα τραγούδι χωρίς να γράψεις «μου θύμισε εσένα», γιατί δεν είσαι ακόμη έτοιμη να παραδεχτείς ούτε στον εαυτό σου ότι όντως σου τον θύμισε.
Ο έρωτας δεν ενδιαφέρεται για τα κουτάκια που έχεις τσεκάρει.
Δεν έρχεται με βιογραφικό, φωτογραφία και συστατικές επιστολές.
Έρχεται με ένα βλέμμα που μένει λίγο παραπάνω, με μια κουβέντα που σε πιάνει απροετοίμαστη, με έναν άνθρωπο που δεν έμοιαζε καθόλου με αυτό που έψαχνες.
Και τελικά, ήταν ακριβώς αυτό που δεν ήξερες ότι σου έλειπε.
