Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Δεν είναι η μοναξιά του άδειου κρεβατιού που πονάει περισσότερο.
Είναι η μοναξιά του γεμάτου.
Εκείνη που ξυπνάς δίπλα σε κάποιον που της μοιάζει, αλλά δεν είναι εκείνη.
Δεν έχει τη μυρωδιά της.
Δεν κάνει τις ίδιες κινήσεις στον ύπνο της.
Δεν λέει καλημέρα με τη φωνή που κάποτε σου ξυπνούσε όλο τον κόσμο.
Κι όμως… είναι εκεί.
Κι εσύ, πιο μόνος από ποτέ.
Γιατί η απουσία δεν έχει να κάνει με την παρουσία.
Έχει να κάνει με το ποιος λείπει.
Κι εκείνη λείπει.
Από παντού.
Ακόμα κι όταν όλα γύρω σου θυμίζουν εκείνη, τίποτα δεν είναι αυτή.
Κοίταξες την άλλη και για μια στιγμή μπερδεύτηκες.
Ίσως ήταν το φως.
Ίσως ήταν η ανάγκη.
Αλλά δεν ήταν εκείνη.
Ούτε θα γίνει.
Γιατί εκείνη, ρε φίλε, δεν αντιγράφεται.
Δεν αντικαθίσταται.
Δεν φοριέται σαν ρούχο που παλιώνει.
Ήταν φωτιά. Ήταν βάθος. Ήταν αλήθεια.
Και τώρα;
Τώρα κάνεις ότι συνεχίζεις.
Ότι πας παρακάτω.
Αλλά ξυπνάς κάθε πρωί σε ένα ψέμα.
Ένα μισό κρεβάτι γεμάτο παρουσία που δεν σε ακουμπάει.
Μόνος είσαι.
Γιατί η ψυχή σου ακόμα κοιμάται δίπλα της.
Κι ας μην είναι πια εκεί.
Και δεν θα την ξεχάσεις.
Όχι γιατί δεν μπορείς.
Αλλά γιατί δεν θέλεις.
Γιατί σε εκείνη ένιωσες.
Και με τις άλλες απλώς υπάρχεις.
Αυτή είναι η μοναξιά που δεν ξεπερνιέται.
Η μοναξιά του σχεδόν.
Του «μοιάζει με εκείνη» αλλά δεν είναι.
Και δεν θα γίνει ποτέ.
