Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Μείνε δίπλα μου, όχι για πάντα αλλά για όσο αξίζει μια στιγμή. Κοίταξε με να δεις πώς σε κοιτάζω, πώς λάμπουν τα μάτια μου στο άγγιγμα σου. Κοίτα τα χείλη μου πώς περιμένουν ένα σου φιλί και η καρδιά μου ένα σου χτύπο, ένα σου βλέμμα, ένα σου άγγιγμα. Εγώ και εσύ, εσύ και εγώ.
Όμως δεν με κοιτάζεις πια το ίδιο, δεν με φιλάς όπως παλιά. Με ξέχασες και με ξεχνάς. Μαράζωσα και εσύ αποφάσισες να φύγεις. Όχι για πάντα, όχι μόνιμα αλλά προσωρινά, να κουρνιάσεις σε κάποια άλλη αγκαλιά και να απολαμβάνεις ξένο σώμα όχι το δικό μου. Αποφάσισες να δώσεις αλλού τα συναισθήματα σου και τη μισή ζωή σου.
Με ξέχασες ή μάλλον με ξεχνάς, όσο περνάει ο καιρός σβήνουν όλα. Ό,τι περάσαμε, ό,τι απολαύσαμε, ό,τι αγαπήσαμε και ό,τι ερωτευτήκαμε.
Μα εγώ σε περιμένω λίγο ακόμα, ξανά! Ότι θα ξαπλώσεις δίπλα μου και δεν θα μου γυρίσεις πλάτη, ότι θα φάμε στο ίδιο τραπέζι χωρίς γκρίνιες, μόνο με τα γέλια μας και τις χαρές μας, ότι μετά το μπάνιο σου θα γίνεσαι μόνο δικός μου και καμιάς άλλης.
Και όλα αυτά που θα ήθελα έχουν απλά φύγει, έχουν εξαφανιστεί και έχουν καταστραφεί.
Αυτό το μαγικό σκίρτημα που ένιωσα όταν σε πρωτοκοίταξα τώρα πια δεν υπάρχει. Έχει αρχίσει σκέψου και μου φεύγει και εμένα σιγά σιγά.
Και ο καιρός πέρασε και γίναμε δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι, δυο ξένοι που κοιτάζονται και μετά γυρίζουν πλάτη, δυο ξένοι που δεν τρώνε μαζί και κυρίως δυο ξένοι που σταμάτησαν να αγαπιούνται.
”Μείνε δίπλα μου, όχι για πάντα αλλά για όσο αξίζει μια στιγμή” σου είχα πει, μα εκείνη η στιγμή έφτασε.
