Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Κάθε φορά το ίδιο κακό όνειρο ζωντανεύει μπροστά μου, σα να ζω τη ζωή μου ακριβώς από εκεί που την είχα αφήσει. Εκεί που προσπαθώ να διώξω τους εφιάλτες μου, η μορφή σου εμφανίζεται και πάλι μπροστά μου σα το κλέφτη. Οι αναμνήσεις ξαναγυρνούν και το μέλλον σταματάει σαν αυτόματος πιλότος. Στα αυτιά μου ακούγονται ξανά, εκείνα τα λόγια τα μεγάλα, που δε ξέχασα ποτέ, που πονάνε και αιμορραγούν και πάλι σα πληγή που είναι ακόμα ανοιχτή. Πως θα μπορέσω όμως να ξεχάσω έτσι; Πως θα μπορέσω να απαγκιστρωθώ από τα ισόβια δεσμά σου που με έχουν αλυσοδεμένη σε μια αγάπη « φυλακή», σε ένα ψέμα που το περνούσα για αλήθεια και σε μια σχέση γεμάτο υποσχέσεις;
Δεν είμαι όμως, πια, παιδί, μεγάλωσα. Θέλω και εγώ να μπαρκάρω σα τα καράβια της ξενιτιάς , που σε κάθε στάση παρακαλούν να μείνουν. Θέλω και εγώ να νιώσω ξανά λίγο δυνατή από την αγάπη την επόμενη που θα ‘ρθει. Να πάρω λίγο οξυγόνο, να αναπνεύσω ήρεμα και οι πεταλούδες να έρθουν στο στομάχι μου, από έρωτα. Γιατί άργησες όμως αγάπη μου να φανείς; Που ήσουν τις νύχτες που φοβόμουν, που ήθελα από κάπου να πιαστώ; Που ήσουνα τόσα χρόνια θαμμένος και εγώ περίμενα στάσιμη σε μια νεκρική σιγή;
Δεν έχει σημασία που ήσουνα τελικά. Σημασία έχει που εμφανίστηκες τη κατάλληλη στιγμή. Έτσι ξαφνικά, τόσο ξαφνικά που φοβάμαι, μήπως ονειρεύομαι πάλι και όταν ανοίξω τα μάτια μου θα χαθείς. Αλλά όχι. Δεν έχουμε χρόνο για φόβους και άσχημες σκέψεις. Ήρθες όταν μέσα μου είχαν όλα νεκρώσει και καμία ελπίδα δεν υπήρχε πουθενά. Τάραξες την μοναξιά μου και σημάδεψες τις κενές μου μέρες, με το χαμόγελο που ξεπρόβαλε μπροστά μου όταν σε είδα. Και ένιωσα τόσα πολλά, που αδυνατώ να πιστέψω πως άγγιξες με τέτοιο τρόπο τη ψυχή μου. Πως έφερες ξανά το χρώμα στη ζωή μου.
Μέσα από τα μάτια σου, είδα ξανά το πεπρωμένο μου. Ολοζώντανο και ατόφιο να στέκεται μπροστά μου και να περιμένει να του απλώσω το χέρι μου, σαν η μοίρα μου να γεννήθηκε ξανά από την αρχή. Εκείνη που παρακαλούσα να φανεί, και ας άργησε!
