Γράφει η Λιάνα
Περνάνε οι μέρες και νιώθω σχεδόν ευγνωμοσύνη για το θράσος σου να φύγεις σαν κλέφτης απ’ τη ζωή μου. Με πίκρα ανάμικτη με ανακούφιση, κάνω αργά αργά βήματα προς τη ζωή που μου έκλεψες. Αναγνωρίζω πάλι τον παλιό εαυτό μου κι ανακαλύπτω πως μου έλειψε πολύ.
Λίγο ακόμα να μέναμε μαζί και θα σκοτώναμε μέχρι και τις αληθινά δικές μας στιγμές, μέχρι κι εκείνον τον όμορφο έρωτα που ζήσαμε.
Δεν είχα αλλά αποθέματα αγάπης να σου δώσω. Εξάντλησα κάθε προσπάθεια για να καταλάβεις πως άδειασες το κουράγιο μου, διέλυσες την υπομονή μου με την απίστευτη αδράνεια σου. Γιατί πραγματικά δεν είχες, μάλλον ποτέ, την πρόθεση να προσφέρεις.
Δεν ξέρω πόση σημασία έχει, αλλά στις αναμνήσεις μου πάντα, θα μείνεις ως ο άνθρωπος που δεν προσπάθησε ποτέ. Θα θυμώνω για όλα όσα δεν έκανες για μένα, για μας. Για τις στιγμές που έπεφτα κι η στήριξη σου ήταν μόνο προσποιητή. Για τα όνειρα μου, που ενώ μου ζήτησες να στα χαρίσω, τα ποδοπάτησες χωρίς τύψεις και ντροπή.
Ούτε μια στιγμή δε σε άγγιξαν οι χαρές και πολύ περισσότερο οι λύπες μας. Πάλευα για να κερδίσουμε το χρόνο κι εσύ απλά ήσουν ένας κομπάρσος, που έλεγες πέντε κουβέντες, δήθεν υποστήριξης και αγάπης. Και ράγιζα και έχτιζα απ’ την αρχή προϋποθέσεις κι εσύ μια δειλή παρουσία, που ποτέ δεν ήθελες αλήθεια να δημιουργήσουμε κάτι δυνατό και ολοκληρωμένο.
Δυστυχώς, δεν έχω ακόμα βρει το σταθερό μου βήμα. Βλέπεις επένδυσα σε σένα κι αυτό μου στέρησε ψυχή κι ελπίδες. Μα δε θα μείνω στάσιμη. Ούτε θα αναλωθώ σε γιατί και διότι. Στο χα πει, ήσουν πάντα απών στα σημαντικά. Σ’ αυτά που μια γυναίκα, θυσιάζει πολλά για να τα αποκτήσει κι ένας άντρας για να τιμά το ρόλο του, πρέπει να στέκεται βράχος δίπλα της. Άλλωστε ποτέ δεν κατάφερες να μπεις βαθιά στο μυαλό και τα θέλω μου. Θα τρομάζες αν ήξερες τι μου στέρησες.
Είναι σημαντικό πάντως να γνωρίζεις, πως αν εσύ έκλεισες την πόρτα, εγώ πλέον άλλαξα την κλειδαριά. Και τα καινούργια κλειδιά θα είναι μόνο δικά μου.
