Γράφει η Αντζέλικα Θεοφανίδη
Χαρτί λευκό ο άνθρωπος με το που αντικρίζει το πρώτο φως της ύπαρξης. Χαρτί λευκό τα πρώτα χρόνια αθωότητας. Τα χρόνια όμως περνάνε, το χαρτί αρχίζει να γεμίζει με γραμμές άλλοτε μαύρες άλλοτε χρωματιστές. Γράμματα, μουντζούρες, ονόματα, λέξεις χιλιογραμμένες, ευχές και κατάρες. Δύσκολο πλέον να βρεις το λευκό μέσα σε τόσο μαύρο θα έλεγε κανείς.
Το μελάνι της ζωής ξοδεύεται και σκορπίζεται σε μονοπάτια δύσβατα και βατά. Οι εναλλαγές των διαδρομών πολλές. Διαδρομές και μονοπάτια που κρύβουν ανέλπιστες στροφές, πολλές λακκούβες, όμορφες στάσεις και κυρίως αρκετούς συνταξιδιώτες. Μερικούς τους βρίσκουμε στην αρχή της διαδρομής άλλους πιο κάτω. Δεν ξέρουμε βέβαια ποιοι θα είναι μαζί μας μέχρι τέλος. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι πως το μονοπάτι μας θα το διαβούμε, με ή χωρίς συνοδοιπόρους. Πολλοί θα κατέβουν στη πρώτη στάση, άλλοι στη δεύτερη, ο μόνος που θα συνεχίσει σίγουρα είσαι εσύ.
Να μη σε νοιάζει αν έχεις χύσει άπλετο μελάνι με κάποιους και αυτοί αποφάσισαν να τραβήξουν μία γραμμή από πάνω αφήνοντας τη πιο άσχημη μουντζούρα. Τράβηξε και εσύ μία διπλή γραμμή από πάνω και άλλαξε παράγραφο. Στην επόμενη θα βρεις καινούργιους συνεπιβάτες, κάποιοι ίσως σε συνοδεύσουν μέχρι το τέλος, ίσως πάλι όχι.
Μη σκας. Έτσι είναι η ζωή, ένα λευκό χαρτί που γεμίζει συνεχώς τελείες, θαυμαστικά, γραμμές και παραγράφους. Στο χέρι σου είναι να αλλάζεις συνεχώς τις σελίδες που γεμίζουν. Να τις αλλάζεις συνεχώς, μέχρι να βρεις αυτούς που δεν θα χρειαστεί να σου τις λερώνουν με άσκοπες μουντζούρες.
Μη φοβάσαι να αλλάζεις παραγράφους. Όταν θα φτάσεις στον επίλογο, θα είσαι και πάλι χαρτί λευκό όπως ξεκίνησες. Χαρτί λευκό επειδή έμαθες πως η κάθε μέρα ξεκινά με λευκό φως και με μια καινούρια παράγραφο.
Σε θέλω χαρτί λευκό, και άσε τις μουτζούρες στις πίσω σελίδες να σου θυμίζουν πως χωρίς το μαύρο, το λευκό δεν θα είχε αξία. Χαρτί λευκό, μ’ακους;
