Γράφει η Blonde Commando
Άλλη μια φορά που σου κρατούσα μούτρα. «Μα, πότε θα μεγαλώσεις;» ρώτησες. «Ποτέ» απάντησα κατηγορηματικά. Την ίδια απάντηση σου έδινα πάντα όταν μου έλεγες πότε θα σταματήσω να σ’ αγαπάω. Πέρασε ο καιρός και προσπάθησα να σε ξεχάσω, αλλά πάντα το ήξερα ότι θα γυρίσεις.
Κι εγώ που με πλήγωσες τόσο άρχισα να πιστεύω ότι δεν υπήρχε τίποτα μπροστά μου παρά μόνο η ευτυχία που ένιωθα μαζί σου πίσω μου. Ένα πρωί έπιασα τον εαυτό μου να λαχταρά να σου μιλήσει σα να μην έφυγες ποτέ. Είχε προηγηθεί ένα καλοκαιρινό βράδυ που ακόμα και το θρόισμα των φύλλων στο αεράκι φώναζε το όνομά σου. Κάποιος μου μίλησε για εσένα και έβγαλα μόνη μου το εισιτήριο του γυρισμού.
Φαντάστηκα να σου ανοίγω πάλι την πόρτα. Σε περίμενα πάντα με ένα χαμόγελο πίσω από αυτή κι εσύ το ένιωθες ότι ακόμη και τα βήματά σου στην είσοδο έκαναν μια γυναίκα χαρούμενη. Θυμήθηκα που σε έπαιρνα τηλέφωνο για να ακούσω τη φωνή σου κι εσύ θύμωνες κάθε φορά που είχες δουλειά και καταλήγαμε να μαλώνουμε.
Περνάω καθημερινά από το μέρος που σε γνώρισα ένα καλοκαιρινό βράδυ με πανσέληνο. Δεν μπορώ να μην κοιτάξω στο σημείο που καθόμασταν και να μην αισθανθώ έντονα την ανάμνηση της παιδικής μου αμηχανίας μαζί σου. Δεν έχασα ποτέ αυτήν την αμηχανία. Όπως δεν έπαψα ποτέ να ανήκω σε εσένα μόνο κι ας διαμαρτυρόμουν στους καβγάδες μας ότι μου φέρεσαι σα να είμαι ένα παιχνιδάκι που σου ανήκει.
Με την ίδια αμηχανία σου έστειλα το μήνυμά μου, σπάζοντας τη σιωπή μου μετά από τόσον καιρό. Δεν ξέρω πώς την εισέπραξες εσύ αλλά εμένα σταμάτησε η ζωή μου όταν έπαψα να σε βλέπω. Εξορίστηκα από τον προσωπικό μου παράδεισο σε έναν κόσμο στον οποίο δεν επέλεξα ποτέ να ανήκω. Μου απάντησες αμέσως και μου είπες «θέλω να σε δω. Όποτε μπορείς. Αύριο;».
Θα σε έβλεπα εκείνη τη στιγμή, αν μπορούσα, και θα έπεφτα να κλάψω στην αγκαλιά σου για όλα αυτά που έμαθα να ζω χωρίς εσένα και για το γεγονός ότι εσύ κι εγώ, που δεν θα αλλάζαμε ποτέ, από συνένοχοι στην ίδια ατέλειωτη ζαβολιά γίναμε δύο ξένοι. Ελπίζω όμως όταν θα σε δω να μην έχεις αλλάξει. Ελπίζω να μην έχω αλλάξει ούτε κι εγώ και να νιώσω όπως την πρώτη φορά που σε είδα. Διαμαρτυρήθηκα τόσες πολλές φορές για τον έρωτά μου για σένα που λησμόνησα ότι η απουσία του έρωτα είναι χειρότερη από το πιο επώδυνο πάθος.
«Ομόρφυνες και χαμογελάς. Τι άλλαξε;» ακόμη τίποτα. Απλώς έρχομαι να πολεμήσω για εκείνα τα φεγγάρια μας, για την αγκαλιά σου που ήταν πάντα το λημέρι μου, για όλα τα όνειρα που έκανα για εμάς και τα είδα να καταστρέφονται. Όπως πολέμησα για τόσα άλλα πράγματα. Γιατί εσύ ήσουν πάντα εκεί στις ήττες μου και στην πιο κακή μου φάση να μου πεις «είσαι πιο δυνατή απ’ ότι φαντάζεσαι». Άλλαξαν τόσα πολλά από τότε που έφυγες. Η ζωή πάει μπροστά λένε και δεν σκέφτονται ποτέ ότι καμιά φορά η ευτυχία είναι να παλέψεις για αυτά που έχασες.
Ξέρω ότι μέσα σου χαμογελάς στη σκέψη ότι το δυνατό σου κορίτσι σε περιμένει ακόμη στο κατώφλι της πόρτας, κοιτάει με γενναιότητα στα μάτια τα δεδομένα και ύστερα επιλέγει την περιπλάνηση στα πιο βαθιά σου σκοτάδια από το αμυδρό φως των συνηθισμένων ανθρώπων. Μην αργείς, σε περιμένει!
