Γράφει η Θώμη Μπαλτσαβία
Σε είδα. Και δε χρειάστηκε τίποτα άλλο. Αυτό το φτερωτό αγγελάκι, μου είχε ήδη ρίξει το βέλος του κι εγώ το μόνο που είχα να κάνω πλέον, ήταν να βρω συννεφάκι να εγκατασταθώ. Το πιο ροζ βρήκα..αλίμονο!
Το παραμύθι μας ήταν υπέροχο εξ’αρχής. Έριξα μια ματιά και δράκο δεν είδα πουθενά μήτε καμιά μάγισσα να με παραφυλάει. Κι έτσι, αφέθηκα ωσάν να ήμουν έφηβη ξανά να το ζήσω με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Ρούφηξα κάθε στιγμή και πίστεψα ότι η ευτυχία κι εγώ πια είχαμε συναντηθεί.
Και περνούσε ο καιρός. Εγώ στο ροζ συννεφάκι μου πάνω είχα πλήρως εγκατασταθεί και όλα φαίνονταν τόσο όμορφα από κει. Δεν πρόσεξα αμέσως ότι κάποια άλλα συννεφάκια είχαν αρχίσει να πλησιάζουν και δεν ήταν ροζ αλλά σε διάφορες αποχρώσεις του γκρι.
Ούτε ήμουν πολύ προσεκτική πάνω στο δικό μου σύννεφο μιας και δε μου περνούσε από το μυαλό ότι υπήρχε η πιθανότητα να γκρεμοτσακιστώ από κει πάνω. Ήμουν δε πολύ απασχολημένη φτιάχνοντας το δικό σου βάθρο μάτια μου.
Αυτό το βάθρο που όμοιό του δεν είχα ξαναφτιάξει. Για να σε βάλω κει πάνω και να σε λατρεύω σαν θεό. Άλλωστε αν δεν το άξιζες εσύ..ποιος;
Και κυλούσε ο καιρός και το παραμύθι μας συνάμα κι εγώ όχι απλά δεν έφτιαξα καμιά άμυνα μην τυχόν ρε παιδί μου, αλλά γκρέμισα και ξέχασα κι αυτές που είχα ως άνθρωπος γενικά.
Σα θυμάμαι το τότε, ακόμη και τώρα που ξέρω τη συνέχεια, χαμογελώ πρώτα κι έπειτα επιτρέπω στο δάκρυ να κυλήσει.
Το παραμύθι άρχισε να μη μοιάζει τόσο σε παραμύθι κάποια στιγμή που δε τη λες και πολύ αργοπορημένη. Κάπως γυρνώντας το κεφάλι είδα ότι περικύκλωσαν το ροζ συννεφάκι μου μολυβένια σύννεφα γεμάτα καταιγίδα.
Τρόμαξα πολύ αλλά όσο ήσουν εσύ στο βάθρο σου, δεν άφησα τον πανικό να με πιάσει στα γρανάζια του. Σίγουρη ότι είχες βολευτεί εκεί πάνω, δεν είδα ότι κρεμόσουν επικίνδυνα έτοιμος για να πέσεις, ούτε ότι το βάθρο είχε πριονισμένα πόδια.
Κι από το πουθενά και δίχως λόγο, δεν έμοιαζες σε αυτόν που ήξερα. Τα μάτια σου ήταν άλλα..αδειανά και στην αγκαλιά σου δεν ήταν πια καλοκαίρι..άρχισα να κρυώνω πολύ.
Το φιλί σου άλλαξε γεύση κι η φωνή σου ήταν σα να την άκουγα πρώτη φορά. Εγώ συνέχιζα να είμαι αυτή που ήμουν μα η καρδιά μου χτυπούσε αλλιώς. Τα όνειρα που είχα κάνει τα έβλεπα από το λιμάνι να έχουν σαλπάρει ήδη.
Σου μίλησα με κάθε τρόπο. Σου ζήτησα εξηγήσεις κι απάντηση που ποτέ δεν πήρα. Βίωσα κάθε συναίσθημα: λύπη, τρόμο, απογοήτευση κι εντέλλει θυμό.
Η συμπεριφορά σου ήταν ενός αγνώστου και εγώ ακόμη πιο άγνωστη για σένα. Δεν έδειξες να θέλεις αυτό το μαζί. Δεν έδειξες ότι σε νοιάζει το όμορφο παραμύθι μας ούτε διάθεση να το συνεχίσουμε.
Απασχολημένος με τον εαυτό σου και με τα θέλω σου στα οποία δε φωτογραφιζόμουν. Κι ούτε αυτό δεν μπόρεσες..να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου το πεις εντίμως.
Για πολύ λίγο τα έβαλα με τον εαυτό μου ψάχνοντας να δω που φταίω. Για πολύ λίγο ίσως ένιωσα λίγη μα ευτυχώς γρήγορα συνήλθα.
Ο λίγος ήσουν εσύ μάτια μου κι αυτό το είδες πριν από μένα, γι’αυτό κι άλλαξες. Δεν ήσουν ικανός να γίνεις η εκδοχή που έπρεπε για να είσαι στο βάθρο που σου έφτιαξα κι έτσι μόνος σου έπεσες από κει πάνω. Δε χρειάστηκε να σε κατεβάσω εγώ.
Τελικά το παραμύθι είχε δράκο και ήσουνα εσύ!
Είσαι ο θεός της απομυθοποίησης μάτια μου!
