Γράφει η Έλενα Δημάκη
Είναι παράλογο μωρέ ν’ αφήνεις στιγμές κι ανθρώπους να περνάνε. Να τους κοιτάς σαν τρένα που δεν πήρες ποτέ, ενώ ήξερες πως κάτι μέσα σου ήθελε να ανέβει. Να πεις «άστο», όχι επειδή δεν ένιωσες, αλλά επειδή φοβήθηκες τι θα γίνει αν το ζήσεις μέχρι τέλους.
Μας έμαθαν να μη ρισκάρουμε. Να κρατάμε αποστάσεις. Να μην εκτιθέμεθα. Κι έτσι μάθαμε να χάνουμε με αξιοπρέπεια. Να λέμε πως δεν ήταν η στιγμή, πως δεν ταίριαζε, πως δεν γινόταν. Λες και οι στιγμές περιμένουν πρόγραμμα. Λες και οι άνθρωποι περνούν δυο φορές από το ίδιο σημείο.
Το παράλογο δεν είναι το συναίσθημα. Το παράλογο είναι να το φιμώνεις. Να νιώθεις κάτι να σε τραβάει απ’ το μανίκι και εσύ να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, για να μη χαλάσεις την ισορροπία σου. Ποια ισορροπία; Αυτή που χτίζεται πάνω σε απωθημένα και «αν»;
Οι στιγμές δεν ζητούν πολλά. Ζητούν παρουσία. Ζητούν να είσαι εκεί, όχι τέλειος, όχι έτοιμος, απλώς αληθινός. Οι άνθρωποι το ίδιο. Δεν θέλουν υποσχέσεις αιωνιότητας. Θέλουν να μη τους αφήσεις να περάσουν σαν να ήταν κάτι λίγο.
Γιατί στο τέλος δεν σε βαραίνουν όσα έζησες. Σε βαραίνουν όσα δεν τόλμησες. Εκείνα τα βλέμματα που δεν κράτησες, τα λόγια που κατάπιες, τα χέρια που δεν άπλωσες. Αυτά επιστρέφουν. Όχι για να διορθωθούν, αλλά για να σου θυμίσουν ποιος ήσουν όταν φοβήθηκες.
Είναι παράλογο μωρέ να αφήνεις να περνάνε. Γιατί η ζωή δεν είναι πρόβα. Είναι η στιγμή που ήσουν εκεί ή δεν ήσουν. Κι αν κάτι αξίζει στ’ αλήθεια, δεν το προσπερνάς. Το ζεις. Όπως όπως. Με φόβο, με πάθος, με αλήθεια.
