Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Κάποτε πίστευα πως όλοι αξίζουν τουλάχιστον μια τελευταία κουβέντα. Πίστευα ότι το σωστό είναι να εξηγείς, να αποχαιρετάς. Λάθος. Δεν το κατάλαβα νωρίς, αλλά δεν δικαιούνται όλοι ούτε το “αντίο”, ούτε τις εξηγήσεις.
Εσύ μου το έμαθες αυτό. Μου πήρε καιρό, όμως τελικά έμαθα το μάθημά μου. Σε ανθρώπους που σε πληγώνουν ξανά και ξανά, που πατούν πάνω στην καλοσύνη σου, δεν οφείλεις τίποτα. Ούτε λέξη.
Ναι, φταίω κι εγώ. Φταίω που σπατάλησα ανάσες και λόγια προσπαθώντας να εξηγήσω τον εαυτό μου σε κάποιον που είχε πάψει από καιρό να ακούει. Φταίω που έμεινα παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, δίνοντας ευκαιρίες και άλλοθι. Παραδέχομαι ότι φοβόμουν να φανώ σκληρός – πάντα έβαζα πρώτα τα αισθήματα των άλλων. Μα έτσι πρόδιδα τα δικά μου.
Δεν έχω πια άλλη ανοχή. Σου έδωσα πολλά – ίσως παραπάνω απ’ όσο άξιζες. Κι όταν ήρθε η στιγμή που έσπασες κι εκείνο το τελευταίο κομμάτι εμπιστοσύνης, κάτι άλλαξε μέσα μου. Πάγωσα. Είπα ‘φτάνει’.
Για πρώτη φορά, δεν έψαξα τι έκανα λάθος εγώ. Δεν κάθισα να σου εξηγήσω το προφανές. Γύρισα πλάτη και έφυγα.
Ξέρεις τι; Νιώθω επιτέλους μια παράξενη ανακούφιση. Σαν να σήκωσα ένα βάρος από την ψυχή μου. Δεν ήξερα ότι η σιωπή μπορεί να είναι τόσο δυνατή απάντηση. Καμιά φορά, το τίποτα λέει περισσότερα απ’ ό,τι θα έλεγε οποιοδήποτε αντίο.
Δεν είναι εκδίκηση – είναι αυτοσεβασμός. Κάποιοι άνθρωποι – εσύ – έχασαν το προνόμιο να ακούσουν την αλήθεια μου. Και αυτή τη φορά, δεν νιώθω ενοχές που φύλαξα κάτι για μένα.
Όχι, δεν δικαιούνται όλοι ένα αντίο. Ούτε εξηγήσεις. Μερικές φορές η μόνη εξήγηση που χρειάζεται είναι ότι αξίζω κι εγώ την ηρεμία μου. Κι αν για να τη βρω πρέπει να αφήσω πίσω μου ανθρώπους χωρίς λέξη, έτσι να γίνει.
Τελεία και παύλα.
