Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Πέντε γράμματα, πέντε γράμματα που φωνάζουν με όλη τη δύναμη που μου έχει μείνει, με όσο θυμό, αγάπη, πόθο, τρέλα υπάρχει ακόμα μέσα μου και λένε γύρνα, γύρνα χωρίς πολλά, χωρίς τίποτα άλλο παρά μόνο με τα δυο σου χέρια ανοιχτά.
Aνοιχτά να περιμένουν να με βάλουν μέσα στην αγκαλιά σου, σε εκείνη την μοναδική, σφιχτή αγκαλιά που πάντα με φώναζε να πάω, να πάω τρέχοντας και όχι με αργά βήματα γιατί ανυπομονούσε να με σφίξει, να μου μπήξει τα δάχτυλά της στο κορμί μου τόσο που να μου αφήσει πληγές για να θυμάμαι μέχρι την επόμενη, πληγές σαν τατουάζ.
Σαν τατουάζ, που δεν σβήνουν γιατί είναι από πόθο, έρωτα, δικές σου, δικές μου που βγήκαν από τα μέσα μας και έγιναν εκείνο εκεί το φτερούγισμα της κάθε φοράς, της κάθε ίδιας φοράς που όμως θύμιζε καινούργια, καινούργια σαν τα καθημερινά βήματα ενός βρέφους που τρέχει πάλι και πάλι σκουντουφλώντας στη μάνα του.
Μια λέξη που βγαίνει από το στόμα, στόμα ορθάνοιχτο που κραυγάζει με τη γλώσσα κατάχλομη από την ένταση δίχως άλλο αίμα, γύρνα.
Γύρνα!
