Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Ξημέρωσαν μέρες που με άφηνα σε χέρια που δεν ήξερα, μόνο και μόνο για να σβήσω από πάνω μου τα χάδια σου.
Υπήρξαν νύχτες που τριγύριζα ολομόναχος εδώ κι εκεί, προσπαθώντας κάπου να σε πετύχω τυχαία.
Γύρευα κάποια, έτσι απλά να κάνει τη φωνή σου να σιωπήσει μέσα μου.
Να μην σε ακούω άλλο.
Να μην γελάς.
Να μην μου μιλάς.
Να μην μου λες όλα εκείνα τα όμορφα λόγια.
Κι όσο προσπάθησα να σε σβήσω, τόσο πιο ζωντανή ξεπρόβαλες μπροστά μου.
Τόσο πιο πολύ σε ζήταγα.
Τόσο πιο δυνατά σε φώναζα.
Σαν τρελός να σε ζητάω να γυρίσεις.
Κι έμεινα εκεί. Με μια οθόνη να γράφει το όνομά σου και το μήνυμα κενό.
Κι έμεινες εκεί. Με μια οθόνη που δεν έγραψε εδώ και μέρες το όνομά μου.
Και κάπως έτσι, ο εγωισμός μου κι ο εγωισμός σου, έγιναν ένα τείχος που μας κράτησε μαζί, μόνους.
Και κάπως έτσι, θα μάθουμε σε υποκατάστατα.
Μόνο που εγώ, δεν τα γουστάρω τα υποκατάστατα.
Ή μαζί, ή τίποτα.
Ή εδώ, ή πουθενά.
Γιατί κανένα γαμημένο φιλί δεν έχει τη γεύση των χειλιών σου..
