Γράφει η Ράνια Σταθάκη
Κάποτε ορκίστηκες πως δεν θα τους μοιάσεις. Πως δεν θα σέρνεσαι πίσω από «πρέπει» που δεν σου ταιριάζουν. Πως δεν θα παγιδευτείς σε ζωές που μυρίζουν καθήκον και τίποτα. Πως δεν θα φοβάσαι να αγαπήσεις, πως δεν θα χτίσεις μέσα σου τοίχους για να μη νιώθεις, πως δεν θα κόβεις τις λέξεις στη μέση για να μην φανείς ευάλωτος.
Και τώρα; Μοιάζεις σε όλους. Σε εκείνους που κάποτε έλεγες πως δεν αντέχεις. Σε εκείνους που κοιτούσες μικρός και σκεφτόσουν «δεν θα γίνω ποτέ έτσι». Σε εκείνους που ξέρουν μόνο να επιβιώνουν – όχι να ζουν.
Δεν έγινε ξαφνικά. Έγινε σιγά-σιγά. Με μια σιωπή που δεν είπες. Με μια αγκαλιά που αρνήθηκες. Με ένα συναίσθημα που έθαψες. Με κάθε φορά που προτίμησες να σωπάσεις αντί να παλέψεις. Γλίστρησες στη συνήθεια. Στην ευκολία του «έτσι κάνουν όλοι». Και ξέχασες. Ξέχασες γιατί ξεκίνησες. Ξέχασες ποιος ήθελες να γίνεις.
Κοιτάς τον καθρέφτη και κάτι δεν σου βγαίνει. Όχι επειδή δεν αναγνωρίζεις το πρόσωπο, αλλά επειδή αναγνωρίζεις τους άλλους μέσα σε σένα. Εκείνους που ορκίστηκες να μην τους μοιάσεις. Και να που τώρα στέκεις όμοιος. Ίδιος σχεδόν.
Δεν είναι ντροπή να μοιάζεις. Η ντροπή είναι να το δέχεσαι. Να συμβιβάζεσαι. Να βολεύεσαι σε ένα «καλύτερα έτσι», ενώ μέσα σου ξέρεις πως κάπως αλλιώς γεννήθηκες να ζήσεις.
Και τώρα τι κάνεις; Σηκώνεσαι. Ξεβολεύεσαι. Σπας τον καθρέφτη και φτιάχνεις καινούριο. Γιατί ακόμα προλαβαίνεις να γίνεις ο εαυτός σου. Όχι η απομίμηση που έμαθες.
Ορκίστηκες κάποτε. Καιρός να στο θυμίσεις.
