Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες. Πώς κατάφερες να μπεις τόσο βαθιά μέσα μου, χωρίς καν να μου ανήκεις. Ήσουν πάντα εκεί, ανάμεσα στο “σχεδόν” και το “ποτέ”. Μια σκιά που πέρασε βιαστικά, αλλά άφησε σημάδι.
Δεν γίναμε τίποτα, αλλά για μένα ήσουν τα πάντα.
Ήσουν το βλέμμα που δεν μπορούσα να ξεχάσω, η φωνή που αντηχούσε ακόμα κι όταν όλα ήταν σιωπηλά. Κι όμως, πριν καν σε κρατήσω, πριν καν σε ζήσω, σε έχασα. Έγινες ανάμνηση. Έγινες η απουσία που κουβαλάω σαν βάρος που δεν μπορώ να αφήσω κάτω.
Δεν είσαι εδώ, αλλά είσαι παντού.
Στις σκέψεις μου, στις στιγμές που κοιτάζω τον κενό ουρανό και σε ψάχνω. Είσαι στα όνειρά μου, στα λόγια που δεν είπα, σε εκείνα τα “ίσως” που έμειναν ανεκπλήρωτα. Δεν ξέρω αν θα σε ξεφορτωθώ ποτέ, και ίσως να μην θέλω.
Γιατί ακόμα σε κουβαλάω.
Σε κουβαλάω σαν την πιο γλυκόπικρη υπενθύμιση του τι σημαίνει να θέλεις κάτι που δεν μπορείς να έχεις. Σαν το σημάδι ότι κάποια πράγματα έρχονται για να σε αλλάξουν, ακόμα κι αν δεν σου ανήκουν ποτέ.
Δεν ήσουν δικιά μου, αλλά σε αγάπησα σαν να ήσουν. Και τώρα, είσαι το κομμάτι μου που δεν μπορώ να αφήσω πίσω. Έγινες ανάμνηση πριν καν γίνεις δικιά μου. Και αυτό, για κάποιο λόγο, πονάει περισσότερο από το “τέλος”. Γιατί εμείς; Δεν είχαμε ποτέ αρχή.
