Γράφει η Βίλλυ Ζ.
Αναρωτιόταν για το πού βρίσκεται. Έψαχνε τους λόγους πίσω από όσα έκανε. Πόσα από όλα εκείνα δεν εννοοούσε, δεν συμφωνούσαν με τις αρχές και τον ορθολογισμό, πόσες φορές δεν μίλησε για αυτά που πραγματικά ήθελε, με τρόπο που θα εξέφραζε όσα νιώθει.
Νωχελικά παρακολουθούσε τη ζωή χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα γι`αυτό. Έτσι έμοιαζε μέσα στο μυαλό και κάθε απάντηση χανόταν σαν μέσα σε λαβύρινθο που κανείς δεν μπορούσε να καθοδηγήσει στην έξοδο. Όλα υπό αμφισβήτηση και ένας εαυτός, μια εικόνα μέσα από τα πρίσματα των άλλων. Μια σειρά από επιλογές που πλέον δεν είχε κανένα επιχείρημα για να τις υποστηρίξει.
Απορούσε πάντα που οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στις υψηλές απαιτήσεις κατανόησης που έβαζε, κι αυτό ανέβαζε τον πήχη ψηλά, ολοένα και περισσότερο, δημιουργώντας δραματικές διεξόδους που ξένιζαν.
Λάτρης μιας μοναξιάς που κανείς δε θα επέλεγε νηφάλιος σε μια γρήγορη ζωή, που ο χρόνος είναι το πολυτιμότερο αγαθό-το μοναδικό πράγμα που δεν αγοράζεται, ο μοναδικός καταλύτης της εξέλιξης.
Μια νύχτα ξυπνησε μέσα στον ιδρώτα. Απ ΄έξω προς τα μέσα όλες οι απαντήσεις ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια. Ξεθολώνει σαν από λήθαργο. Είναι τόσο λογικό μέσα στον παραλογισμό τελικά. Διερεύνηση ορίων και ξαφνικά όλοι οι χαρακτήρες που «υποδύθηκε», όλες οι πιθανότητες του τί είναι γίνονται εικόνες και λέξεις που έχει ξεστομίσει. Το λίγο και το πολύ μέσα από αυτό κάθε ψευδαίσθηση διαλύθηκε από την μια εσωτερική αλήθεια στην συνειδητοποίηση της οποίας ο χρόνος έγινε το απόλυτο κίνητρο.
Και σηκώθηκε, άνοιξε το παράθυρο κι αντί για τον ήλιο, αντίκρυσε ένα ολόκληρο φεγγάρι που κοιτούσε όλο τον κόσμο που κοιμόταν μέσα στα κουτάκια του, σχεδόν στοργικά. «Μέσα στα σκοτάδια μας είναι οι λύσεις», σκέφτηκε, «άλλα όταν τις βρούμε μόνο η νύχτα μπορεί να αποκαλύψει το φως μας».
