Γράφει ο Άγγελος Μοναχικός
Εδώ και μια εβδομάδα περίπου απέκτησα έναν φίλο τον οποίο χρόνια έβλεπα αλλά ποτέ δεν μπήκα στην διαδικασία να του μιλήσω, εκτός του ότι σαν άνθρωπος είμαι κλειστός και δεν μου αρέσει να ανοίγομαι αυτές τις μέρες ένιωθα την ανάγκη να του μιλήσω και να γνωριστούμε.
Τον πλησίασα και κάθισα απέναντί του.
Καλημέρα του λεω, πήρα το θάρρος να έρθω να γνωριστούμε και να σου κάνω λίγη παρεούλα, μην με ρωτήσεις τον λόγο γιατί δεν έχω κάποιον ιδιαίτερα ξεχωριστό λόγο να σου πω, μα η μοναξιά σου είναι εκείνη που με τράβηξε.
Ξέρεις κι εγώ του είπα κατά διαστήματα στην ζωή μου νιώθω μόνος μα υπάρχουν και κάποιες που δεν είμαι όμως.
Εσένα πάντα μόνος σου σε βλέπω και το ξέρω δεν είναι επιλογή σου.
Εγώ πολλές φορές επιλέγω να είμαι μόνος γιατί αυτή η ηρεμία που πηγάζει με αναζωογονεί και με γεμίζει δύναμη, κλείνομαι στον εαυτό μου και κάνω όνειρα, βάζω στόχους και βγαίνω ξανά να κατακτήσω την ζωή μου.
Εσύ φίλε μου;
Ντράπηκα προς στιγμήν που μάλλον ήθελε την ησυχία της μοναξιάς του κι εγώ του την τάραξα απ’ ότι φάνηκε.
Συγγνώμη αν σε ζάλισα του είπα θα περάσω άλλη μέρα που θα είσαι καλύτερα του είπα και απομακρύνθηκα με απορίες πολλές.
Όλη την επόμενη ημέρα σκεφτόμουν συνέχεια το ποσό δύσκολα μπορεί να του έχει φερθεί η ζωή, και πως γεννήθηκαν τόσο πολλές ουλές επάνω του.
Χαρακιές στα χέρια του, τα πόδια και το κορμί του.
Ξάπλωσα το βράδυ να κοιμηθώ κι ακόμα όλα μου ροκάνιζαν το μυαλό.
Μόλις ηρέμησα όμως ήρθαν οι απαντήσεις στις απορίες μου.
Μια φωνή με πλησίασε κι ενώ με αγκάλιασε με ζεστασιά μου είπε.
Πρώτη φορά μου μιλά κάποιος τόσα χρόνια κάνεις δεν με πρόσεξε, συγχώρα με που δεν σου μίλησα μα μου είναι δύσκολο να σου εξιστορήσω την ζωή μου από την στιγμή που δεν μπορώ να περπατήσω.
Μόνος μου φροντίζω τον εαυτό μου και γι’αυτό με είδες απεριποιήτο, έχουν περάσει το χρόνια μου και κάθε μέρα που περνά όλο και κάποιος θα σταματήσει να πάρει και κάτι από εμένα.
Εσύ ομως!
Δεν ήρθες να πάρεις μα να αφήσεις λέξεις αγάπης, προτάσεις απείρου κάλους μα και πόνο ψυχής.
Εύχομαι η ζωή να σου δίνει ότι εμένα μου στερεί.
Συγχωρα με που δεν βρήκα άλλο τρόπο να σου μιλήσω, και χάθηκε στο ξύπνημά μου.
Σηκώθηκα το πρωΐ με μια χαρά και μου φαινόταν απίστευτο όλο αυτό, έμοιαζε σαν παραμύθι.
Φτιάχνω γρήγορα έναν καφέ τον οποίο και ξέχασα από την βιασύνη μου.
Πήρα δύο κομμάτια λαμαρίνα και επάνω τους έγραψα με πινέλο ”Μην μου στερήσεις την Ζωη”, γέμισα έξι δοχεία με νερό και πήγα να ξαπλώσω στις ρίζες του…
