Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Ένα κομμάτι μου δεν θέλει να φύγει. Θέλει να ατενίζει το απέραντο βαθυγάλαζο χρώμα της θάλασσας, να σφυρίζει πλάι στο άσβεστο κύμα και να χάνεται στον πουπουλένιο κόσμο των άστρων. Μπορώ να πω ότι μ’ αρέσει το άρωμα των βρεγμένων φύλλων της λεμονιάς, το χρώμα της μούχλας πάνω στο ακανόνιστο σχήμα του ξύλου. Η γαλήνη της φύσης είναι ο πιο σύντομος δρόμος που οδηγεί στην καρδιά μας…
Ακόμα και η κάμπια που γλείφει το φύλλο της συκιάς, ηρεμεί στο ρυθμικό νανούρισμα της βροχής. Δεν είναι τυχαίο.
Όμως, δεν θέλω να μείνω μόνο εδώ! Θέλω να μάθω κάτι και για τους ανθρώπους. Να κυνηγήσω χίμαιρες με την απόχη μέσα στη οχλοβοή της πόλης. Να μπορώ να διακρίνω τα πρόσωπα φορώντας περίεργα γυαλιά μέσα από την άμορφη μάζα. Να μπορώ να χαμογελάσω χωρίς να ντρέπομαι, χωρίς να φοβάμαι. Το χαμόγελο ούτως ή άλλως δεν μπορείς να το κρύψεις ό,τι κι αν κάνεις όπου κι αν είσαι πάνω στη γη.
Σύντροφός μου θα είναι το βλέμμα του καλοκαιριού. Αυτό θα φοράω μες στην καρδιά του χειμώνα, όταν θα κοιτάζω τη δύση. Αυτό θα διαλέγω βρέξει χιονίσει. Δεν τον φοβάμαι το χειμώνα παρόλο το κρύο του, παρόλη τη βροχή, το χιόνι και το τρέκλισμα των δοντιών . Μπορεί, καθώς λένε, να είναι σκληρός με τη φύση, αλλά αγαπά τους ανθρώπους. Του αρέσει να μας βλέπει μονιασμένους πλάι στο τζάκι, να γελάμε απ’ την καρδιά μας τρώγοντας του σκασμού και πίνοντας ζεστή σοκολάτα, που κοκκινίζει τα μάγουλα.
Μα πόσο πολύ μ’ αρέσει και η καταιγίδα! Κάνει το νου σου να ταξιδεύει και το κορμί σου να λυγίζει στο πλάι δεξιά αριστερά αναζητώντας την άλλη μισή του αγκαλιά. Δεν ζητάω πολλά, νομίζω, μονάχα ανθρώπους…
