Γράφει η Λιάνα
Μεγάλωσα και πλέον διεκπεραιώνω πράγματα ολομόναχη.
Μεγάλωσα και είναι στιγμές που νιώθω πως είναι πολλά τα βάρη που έχουν πέσει πάνω μου.
Μεγάλωσα και πρέπει να φέρομαι σε όλα σωστά, να διαχειρίζομαι δουλειά, λογαριασμούς, υποχρεώσεις, χωρίς παράπονα και γκρίνιες.
Έπαψα να είμαι το κορίτσι, είμαι η κυρία, που όλοι της μιλάνε στον πληθυντικό. Ακόμα και η εικόνα μου άλλαξε. Κοιτάζω στον καθρέπτη και βλέπω μια γυναίκα ώριμη, που κάτι μου θυμίζει. Οι ρυτίδες στο πρόσωπό μου φανερώνουν πόσες φορές γέλασα ή έκλαψα, φανερώνουν τις εμπειρίες χρόνων ζωή. Μαρτυρούν βιώματα, απώλειες, χαρές, έρωτες, ξενύχτια και αγωνίες.
Μεγάλωσα και πλέον δικοί μου άνθρωποι, περνάνε στην άλλη άκρη και πρέπει να φροντίζω τις υποχρεώσεις μου απέναντι τους, χωρίς να έχω το περιθώριο να τσακίσω όπως παλιά. Χωρίς να ξεσπάω σε κλάμματα ή να κλείνομαι στον εαυτό μου. Πρέπει να τιμώ τις αγαπημένες ψυχές, με σεβασμό κι ας ραγίζουν όλα μέσα μου.
Είναι αμείλικτος τελικά ο χρόνος και η ζωή περνάει γρηγορότερα απ’ ότι πίστευα. Περνούν τα χρόνια και οι συνθήκες με αναγκάζουν να αφήνω πίσω λατρεμένες συνήθειες, εκφράσεις και με κάνουν να παρασύρομαι σ’ αυτή τη φρενώδη ταχύτητα που κυλάνε όλα.
Πόσο μου χει λείψει, έστω για μια μέρα, να γύρναγα χρόνια πριν. Να μπορώ να κρυφτώ στο δωμάτιο μου, να ακούσω μουσική δυνατά, να ζητήσω το αγαπημένο μου φαγητό, να μην χρειάζεται να αποφασίζω εγώ για τίποτα, να κάτσω με τους φίλους μου, να συζητάμε ώρες για αθώους έρωτες και να γελάω αληθινά μέχρι τα μάτια μου να τρέχουν δάκρυα. Να βγω, να φλερτάρω για πλάκα, να ξανανιώσω αθώα και άμαθη.
Και είναι η ψυχή μου και η καρδιά μου τόσο νέες ακόμα. Ώρες ώρες, θέλω, έχω ανάγκη, να κοροϊδέψω τους γερασμένους μέσα τους, να τους κάνω φάρσες. Να βγω στο δρόμο και να παίξω κρυφτό με την πρώτη παρέα παιδιών που θα συναντήσω. Να κάνω ποδήλατο και να φτάσω σε κείνο το μυστικό μέρος που έκρυβα τα τσιγάρα μου και να καπνίσω κρυφά. Να βγάλω τα φυλαγμένα μου παιχνίδια, να τα απλώσω και να αισθανθώ τη ζεστασιά που μου χουν χαρίσει παλιά.
Δεν μπορώ να συμβιβαστώ με τη μιζέρια που επιβάλλει ο χρόνος. Το κοριτσάκι μέσα μου κάθε μέρα μου ψιθυρίζει “ζήσε, ζήσε, τόλμα”. Και τη στιγμή εκείνη, θέλω να σπάσω τα δεσμά της ηλικίας και να αρχίσω να ξαναζώ αυθόρμητα, να δοκιμάσω ό,τι δεν δοκίμασα μέχρι σήμερα, να προλάβω τη φθορά και την οκνηρία μου έρχονται απειλητικά προς τα μένα.
Σαν να υπάρχει ένα παιδί, εγκλωβισμένο στο σώμα ενός ενήλικα. Ένα παιδί διψασμένο για μάθηση, για παιχνίδι. Ένα παιδί που θέλει την αγκαλιά, το χάϊδεμα, το μάλωμα. Ένα τόσο δα πιτσιρίκι που αδιαφορεί για τις συνέπειες, με λαμπερά πονηρά μάτια και διάθεση για κάθε είδους σκανταλιά. Που ήταν μαθημένο σε όλα αυτά και τώρα κάθεται στα σκαλάκια μιας πλατείας και κλαίει γιατί είναι μόνο του, χωρίς εμπιστοσύνη σε κανέναν.
Και έρχεται τόσο αβίαστα η απόφαση, άλλωστε είναι κάτι που δουλεύω μήνες τώρα στο μυαλό μου!!
Δεν θα το χάσω το πιτσιρικάκι μου. Δεν θα το κρύβω για τα πρέπει των άλλων. Μέσα μου θα το τρέφω κάθε μέρα με όση περισσότερη αγάπη μπορώ. Θα του δώσω χώρο να βγαίνει, σε ανύποπτες στιγμές, να παίζει, να βγάζει τη γλώσσα στους δήθεν και να κάνει τους καθωσπρέπει να σαστίζουν.
Βλέπεις τον τελευταίο χρόνο, σεβάστηκα πολύ εμένα, θαύμασα αφάνταστα τις αντοχές μου και τις αντιδράσεις μου. Βγήκα αλώβητη από δοκιμασίες ζωής, κατάφερα και κράτησα κομμάτια αθωότητας, ειλικρίνειας, δύναμης και το σημαντικότερο νίκησα το θυμό που κάποια στιγμή κάλυψε κάθε άλλο συναίσθημα. Άρα μου χρωστάω..
Βάζω λοιπόν τα καλά μου, κάνω ένα όμορφο μακιγιάζ και φοράω εκείνα τα κόκκινα mules που τόσο με γοητεύουν και πάω να παίξω με τον άλλο μου εαυτό, εκείνη την πιτσιρίκα που ήδη με κοιτάει με ένα πλατύ χαμόγελο.
Άλλωστε τι είναι η ζωή; Στιγμές κι εγώ βιάζομαι να συλλέξω όσες περισσότερες μπορώ.
Νέο ταξιδάκι αυτό κι αλλόκοτο. Ποιός ξέρει; Μπορεί να κρύβει κάτι απ’ τον χρόνο που έχασα και κάτι απ’ τις εικόνες που νοστάλγησα…
