Γράφει ο Άγγελος Μοναχικός
Όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν, κάνεις δεν προνόησε στο τέλος να μείνει πίσω.
Έτσι δεν θα έφτανε στο προκαθορισμένο σημείο του τέλους.
Όχι δεν είσαι εσύ που αφέθηκες στο χορό, κι εμένα οι μελωδίες μου ήταν υπέροχες.
Τα αγγίγματά τους ότι πιο τρυφερό μου δόθηκε.
Κι όσο μου έδινε τόσο της έδινα, αυτές οι στιγμές μας πόσο τρυφερές ήταν;
Και τι δεν θα έδινα μεταξύ μας να μην είχε μεσολαβήσει η σκοτεινή πλευρά της παραφροσύνης.
Μου έχει λείψει πολύ το ξύπνημα σου, θυμάσαι;
Σου έπιανα τα μαλλάκια σου και τα έβαζα στην μύτη κι εσύ νευρίαζες και σκεπαζόσουν σαν μούμια και μετά έπεφτα πάνω σου και δεν μπορούσες να πάρεις ανάσα.
Το καλύτερο ξύπνημα σου έκανα κι ας φώναζες, σου άρεσε πάρα πολύ.
Το κρέας που σου μαγείρεψα και έλεγες ότι δεν τρώγεται αυτή η αηδία;
Δίκιο είχες κι εγώ απορώ με εμένα πώς το έφαγα αλλά δεν μπορούσα να συμφωνήσω κι ας έκανα τρείς μέρες να το χωνέψω.
Τα θυμάμαι και γελάω ενώ εσύ ξέρω τα θυμάσαι και κλαίς, θρηνείς για την ομορφιά που έφτασε στο τέλος.
Κι εγώ μην νομίζεις πολλές φορές με παίρνουν τα ζουμιά, ξεσπάω και συνεχίζω.
Αυτό το νοιάζομαι ρε γαμώτο γιατί να μην εξαγοράζεται, ή τουλάχιστον να μην το παίρνει η κάτω βόλτα τόσο εντελώς ανυποψίαστα.
Μακάρι να είχαμε προλάβει το τέλος μας, αλλά δυστυχώς το προσπεράσαμε εμείς πριν το καταλάβουμε.
Πες μου κάτι τώρα μεταξύ μας.
Σου μαγείρεψε ποτέ κανείς τόσο απαισια;
