Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Όταν φτάνεις να μην έχεις προσδοκίες, όλα ξεκαθαρίζουν απότομα. Όχι γλυκά. Όχι ήπια. Απότομα. Σαν να τραβήχτηκε ένα πέπλο και να βλέπεις επιτέλους τα πράγματα όπως είναι. Όχι όπως ήλπιζες να γίνουν. Όχι όπως τα έντυσες για να αντέξεις.
Οι προσδοκίες είναι ύπουλες. Δεν μοιάζουν επικίνδυνες. Μοιάζουν με πίστη. Με υπομονή. Με καλοσύνη. Στην πραγματικότητα όμως είναι αναβολή της αλήθειας. Είναι το «θα αλλάξει», το «δεν είναι έτσι», το «ίσως δεν κατάλαβα καλά». Είναι ο τρόπος που πείθεις τον εαυτό σου να μείνει εκεί που ήδη πονάει.
Όσο περιμένεις, τόσο χάνεις χρόνο. Περιμένεις λόγια που δεν έρχονται. Πράξεις που αναβάλλονται. Ένα ενδιαφέρον που εμφανίζεται μόνο όταν κινδυνεύει να χαθεί. Και κάπου εκεί αρχίζεις να μικραίνεις τις ανάγκες σου για να μη φαίνονται απαιτήσεις. Να λες «δεν πειράζει» ενώ πειράζει. Πολύ.
Η στιγμή που σταματάς να περιμένεις είναι βίαιη. Γιατί δεν μπορείς πια να κρυφτείς. Βλέπεις καθαρά ποιος είναι απέναντί σου. Όχι ποιος θα μπορούσε να γίνει. Όχι ποιος ήταν στην αρχή. Ποιος είναι τώρα. Και αυτό δεν σηκώνει ερμηνείες. Ή είναι παρών ή δεν είναι. Ή σε διαλέγει ή όχι. Τόσο απλό. Τόσο σκληρό.
Δεν είναι ότι δεν πονάς όταν δεν έχεις προσδοκίες. Πονάς αλλιώς. Πονάς μια φορά. Όχι λίγο λίγο, κάθε μέρα, κάθε βράδυ, κάθε φορά που τσεκάρεις το κινητό. Η απουσία προσδοκιών δεν σε κάνει αναίσθητο. Σε κάνει ειλικρινή.
Και τότε κάτι αλλάζει. Σταματάς να επενδύεις σε ανθρώπους που σου δίνουν μισά. Σταματάς να βαφτίζεις τη σύγχυση «βάθος». Σταματάς να λες πως η ασυνέπεια είναι χαρακτήρας. Δεν είναι. Είναι επιλογή.
Όταν δεν περιμένεις, δεν απογοητεύεσαι εύκολα. Γιατί δεν έχεις φανταστεί σενάρια για να γκρεμιστούν. Στέκεσαι στο τώρα. Και το τώρα λέει πάντα την αλήθεια, όσο κι αν δεν μας αρέσει.
Όταν φτάνεις να μην έχεις προσδοκίες, όλα είναι ξεκάθαρα. Και η καθαρότητα αυτή δεν είναι ψυχρή. Είναι λύτρωση. Γιατί για πρώτη φορά δεν αγαπάς αυτό που θα ήθελες να είναι. Αγαπάς μόνο αυτό που αντέχει να υπάρξει. Και αν δεν αντέχει, φεύγεις. Όχι θυμωμένος. Ελεύθερος.
