Γράφει η Ελένη Σάββα
Νόμιζα σου τα είχα πει όλα. Σου είχα πει πόσο μου αρέσει να ξυπνάω τα πρωινά και να αφήνω τον ήλιο να με λούσει, πόσο μ ‘αρέσει να ψάχνω στα δέντρα να βρω πουλιά που έκατσαν να ξαποστάσουν και να τα παρακολουθώ για λίγα λεπτά, να δω τη δική τους πορεία.
Νόμιζα πως με άκουγες. Νόμιζα πως έδινες σημασία, κι όλες αυτές τις λεπτομέρειες, τις αγαπούσες.
Ξέρεις… Όταν αγαπάς, κρατάς στο μυαλό σου ότι μικρό ή μεγάλο ξεστομίσει ο άλλος. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζα.
Εσύ, φαίνεται να ξεχνούσες. Τί αγαπώ, τί μ ‘αρέσει, τί απεχθάνομαι. Ενώ εγώ μιλούσα με πάθος, εσύ κοιτούσες αλλού. Τί μεγάλο πρόβλημα το βλέμμα μας! Προδίδει. Προδίδει τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας. Βλέπεις, όταν μιλάς για κάτι που αγαπάς, τα μάτια σου λάμπουν. Όταν ο άλλος σε ενδιαφέρει, τα μάτια σου λάμπουν. Κι όταν είσαι αδιάφορος, τα μάτια σου μοιάζουν χαμένα.
Χαμένα φαινόντουσαν συνέχεια τα δικά σου, κι ας μην ήθελα να το καταλάβω. Τα σημάδια ήταν εκεί, μα εμείς οι άνθρωποι θέλουμε απεγνωσμένα να ελπίζουμε κάθε στιγμή και κάθε λεπτό πως τα πράγματα δεν είναι έτσι.
Κι όμως, κάποιες φορές, είναι. Κι ίσως να είναι καλύτερα που κάποιες φορές τα πράγματα δεν είναι καλά.
Να μιλάς εκεί που σε ακούνε. Να αγκαλιάζεις εκεί που δέχονται την αγκαλιά σου. Να κοιτάς αυτούς που σε κοιτάνε με μάτια σαν ένα ηλιόλουστο ουρανό. Αυτούς που στα μάτια τους, έχουν χιλιάδες αστέρια όταν σ ‘ακούνε.
