Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων εκεί έξω. Αυτοί που δεν έζησαν ποτέ τη δική τους ζωή. Όχι επειδή δεν τους δόθηκε ευκαιρία, αλλά επειδή είναι πιο εύκολο να πιαστούν από τη δική σου. Σαν κισσός. Ναι, εκείνο το φυτό που σέρνεται πάνω σου, τυλίγεται ύπουλα, μοιάζει «όμορφο» στην αρχή, αλλά στην πραγματικότητα απομυζεί τη δική σου ενέργεια, το δικό σου φως, τη δική σου ρίζα. Κι όταν εσύ αρχίζεις να μαραίνεσαι, αυτός συνεχίζει να φυτρώνει πιο πράσινος από ποτέ.
Ο άνθρωπος-κισσός δεν έχει ταυτότητα. Δεν έχει όνειρα, φιλοδοξίες, φλόγα. Έχει απωθημένα. Έχει χολή. Έχει μίσος τυλιγμένο σε θαυμασμό για το πόσο «έξυπνος» είναι. Θα σου πει πόσο «λάθος» είσαι, αλλά θα παρακολουθεί κάθε σου βήμα με εθιστική εμμονή. Θα σε σχολιάσει στα κρυφά ή και στα φανερά -δεξιά κι αριστερά- , δεν έχει ηθικούς φραγμούς, αλλά θα κοροϊδεύει ό,τι κάνεις. Θα σε κράξει σε κάθε παρέα, αλλά θα πεθαίνει από την ανάγκη να υπάρχεις στη ζωή του – έστω και για να σε μισεί.
Το πιο ειρωνικό; Του έδωσες χώρο. Του έδωσες σημασία. Του φέρθηκες σαν άνθρωπο κι όχι σαν παράσιτο. Και τι έκανε; Αντί να ανθίσει μόνος του, έσφιξε πιο πολύ πάνω σου. Γιατί η αξία του υπήρξε μόνο όταν ακουμπούσε τη δική σου.
Και μόλις εσύ το κατάλαβες και τράβηξες πίσω… έγινε χαμός. Ξαφνικά γίνεσαι εσύ το πρόβλημα. Ο «ψωνισμένος», η «κακιά», ο «αχάριστος». Όχι γιατί έκανες κάτι κακό, αλλά γιατί απλώς σταμάτησες να τους δίνεις χώρο στο ηλιακό σου φως.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν σε θέλουν καλά. Σε θέλουν χρήσιμο. Κι όταν πάψεις να εξυπηρετείς την ανάγκη τους να καθρεφτίζονται πάνω σου, μετατρέπονται σε ένα κακοφτιαγμένο μείγμα κουτσομπολιού, δηλητηρίου και φτηνής ψυχανάλυσης του καναπέ.
Μην μπερδεύεσαι. Η απομάκρυνση από αυτούς δεν είναι σκληρότητα. Είναι αυτοσυντήρηση.
Άσε τους να πνίγονται στο ίδιο τους το δηλητήριο, ενώ εσύ ανθίζεις χωρίς κισσούς στους ώμους σου. Όποιος δεν άντεξε το φως σου, ας συνεχίσει να φυτρώνει στη σκιά του εαυτού του.
Εσύ αυτό που έχεις να κάνεις είναι να συνεχίζεις να κοιτάς τον ήλιο.
