Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Μια ζωή σε περίμενα εσένα!
Σε έβλεπα στα όνειρά μου, τη μορφή σου μονάχα δεν ήξερα.
Σε είχα σαν μυρωδιά μέσα στα ρουθούνια μου, απλά δεν ήξερα από πού μου ερχόταν.
Ψιθύριζα το όνομά σου κάθε φορά που λύγιζα, μόνο τα γράμματα που το αποτελούσαν μου ήτανε άγνωστα.
Ένιωθα τα δάχτυλά μου να ταξιδεύουν επάνω σου, απλά δεν ήξερα που άρχιζες και πού τελείωνες.
Σε ήξερα εσένα σου λέω, χωρίς να σε έχω δει, χωρίς να σε έχω αγγίξει, χωρίς καν να ξέρω που ακριβώς υπάρχεις.
Σε ήξερα, γιατί όλες οι άλλες μαζί, δεν ήσουνα εσύ.
Κι όσο τις κοίταζα, όσο τις αγκάλιαζα, πάντα κάτι μου έλειπε…
Εσύ έλειπες!
Κι εγώ όλο σε έψαχνα.
Σε κάθε βλέμμα έψαχνα τα μάτια σου, σε κάθε φωνή άκουγα τη δική σου, σε κάθε άγγιγμα περίμενα το δικό σου, μα δεν ήσουνα ακόμα γαμώτο εκεί.
Κι όλοι με ρωτούσαν, “τι ψάχνεις ρε άνθρωπε”. “Εκείνη ψάχνω”, τους απάνταγα.
“Και πώς θα τη βρεις αφού δεν ξέρεις καν ποια είναι”, μου έλεγαν. “Θα τη ξέρω όταν τη δω”, τους έλεγα.
Κι εκείνοι γελούσαν, δεν καταλάβαιναν, “δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, συμβιβάσου”, με συμβούλευαν. Μα σιγά μην τους άκουγα και σιγά μη τους ξεσυνεριζόμουνα.
Κι έτσι περίμενα!
Μέχρι που μια μέρα σε είδα, κι όλα έγιναν ξαφνικά ξεκάθαρα, φωτεινά κι ευδιάκριτα.
Η μορφή που έβλεπα στα όνειρά μου ήτανε δική σου, η μυρωδιά που είχα μέσα μου ήτανε δική σου, το όνομα που ψιθύριζα ήτανε το δικό σου.
Κι όταν σε άγγιξα για πρώτη φορά, δεν ήταν πρώτη φορά, ήταν σαν να σε αγγίζω χρόνια.
Κι όταν σε φίλησα, δεν ήταν πρώτο φιλί, ήταν σαν η ψυχή μου να αναγνώρισε τη δική σου.
Γιατί εσένα, στο ορκίζομαι, σε ήξερα πριν να σε γνωρίσω κορίτσι μου.
Κι όταν και πάλι με ρώτησαν οι κουτοί κι οι ανόητοι, “πως ξέρεις ότι είναι αυτή”. “Απλά το ξέρω, όπως ξέρω πως αναπνέω, όπως ξέρω πως η καρδιά μου χτυπάει, όπως ξέρω πως μέσα στις φλέβες μου κυλάει το αίμα”, τους απάντησα.
Κι όταν ήρθες, κατάλαβα γιατί όλες οι άλλες δεν κόλλησαν ποτέ, κατάλαβα γιατί πάντα κάτι έλειπε.
Κατάλαβα πως εσύ δεν ήσουνα η μόνη που άξιζε την αναμονή, εσύ ήσουνα ο μόνος λόγος που υπάρχει η αναμονή.
Γιατί τελικά, κανένας δεν ψάχνει κάποιον απλά για να ταιριάξει, ψάχνει εκείνον που όταν έρθει, σταματάει επιτέλους να ψάχνει.
Και τότε είναι που καταλαβαίνεις, πως όλοι οι άλλοι, πιο πριν, ήτανε η πρόβα, κι η πρεμιέρα μου ήσουνα εσύ.
