Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δεν πιστεύω στις τέλειες ιστορίες. Και μεταξύ μας, λίγο τις βαριέμαι κιόλας. Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν. Οι αληθινές ιστορίες έχουν γωνίες, έχουν λάθη, έχουν μέρες που όλα κυλάνε όμορφα κι άλλες που δυο άνθρωποι κοιτάζονται και δεν ξέρουν από πού να το πιάσουν.
Κανείς δε συναντάει τον άλλον έτοιμος. Ερχόμαστε με τις παραξενιές μας, τις φοβίες μας, τα τραύματά μας, τις άμυνές μας, τα λάθη που έχουμε κάνει και μερικά νέα που, κακά τα ψέματα, θα κάνουμε αργότερα.
Και μετά προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να χωρέσουμε ο ένας στη ζωή του άλλου.
Ε, δε γίνεται πάντα όμορφα.
Θα χαθούμε λίγο. Θα πάρουμε λάθος δρόμο. Θα τσακωθούμε για πράγματα που ίσως την επόμενη μέρα θα μας φαίνονται σχεδόν γελοία. Θα υπάρξουν στιγμές που ο ένας θα λέει Α, ο άλλος θα ακούει Ω και μέχρι να καταλάβουμε τι συνέβη θα έχουμε κάνει ολόκληρη περιοδεία μέσα στα νεύρα.
Έτσι είναι.
Δε σημαίνει ότι όλα είναι σωστά. Ούτε ότι κάθε λάθος πρέπει να καταπίνεται επειδή «αγαπιόμαστε». Αλλά δε σημαίνει και ότι κάθε φορά που κάτι στραβώνει πρέπει να πετάμε στα σκουπίδια ό,τι υπήρχε πριν.
Γιατί μια ιστορία δεν είναι μόνο οι μεγάλες στιγμές της.
Είναι και τα μικρά. Κυρίως αυτά.
Ένα «πώς είσαι;». Ένα αστείο που δε θα καταλάβει κανένας άλλος. Ένα «έφαγες;». Μια κουβέντα που ήρθε ακριβώς όταν τη χρειαζόσουν. Οι λέξεις που αποκτούν άλλο νόημα επειδή ειπώθηκαν από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Αυτά δε φαίνονται εντυπωσιακά απ’ έξω. Μέσα όμως σε ένα «μαζί» αυτά τα μικρά είναι που τελικά το κάνουν πραγματικά δικό μας.
Και ναι, κάποιες φορές τα κάνουμε μαντάρα.
Άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο.
Καμιά φορά θα μπορούσαμε να είχαμε φερθεί καλύτερα. Να είχαμε μιλήσει νωρίτερα. Να είχαμε ακούσει περισσότερο. Να μην είχαμε κάνει έναν καβγά θέμα διεθνών σχέσεων.
Αλλά αν υπάρχει κάτι που αξίζει, δε με νοιάζει να είναι τέλειο.
Με νοιάζει να είναι αληθινό.
Να χωράει και το ωραίο και το δύσκολο. Να μη χρειάζεται να παριστάνουμε ότι δεν πληγωθήκαμε ποτέ, ότι δε φοβηθήκαμε ποτέ, ότι δεν κάναμε λάθος.
Δε θέλω μια ιστορία που να μπορώ να τη δείχνω και να λέω «κοιτάξτε πόσο άψογη είναι».
Θέλω μία που όταν την κοιτάζω εγώ να ξέρω τι σημαίνει.
Να θυμάμαι πού γελάσαμε, πού χαθήκαμε, πού ξαναβρεθήκαμε, πού χρειάστηκε να μάθουμε κάτι για τον άλλον και ίσως λίγο περισσότερο για τον εαυτό μας.
Το δικό μας ταξίδι δεν είναι τέλειο.
Έχει παρακάμψεις. Έχει φάει κάτι λακκούβες που τις λες και κρατήρες. Σε κάποια σημεία μάλλον οδηγήσαμε και οι δύο χωρίς GPS και χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πού πάμε.
Αλλά έχει πράγματα που είναι μόνο δικά μας.
Και τελικά αυτό μου αρέσει περισσότερο.
Όχι το τέλειο. Το δικό μας.
