Γράφει η Μαργαρίτα Ζερβού
Υπάρχει ένα σημείο που κουράζεσαι να μεταφράζεις τον εαυτό σου. Να εξηγείς γιατί σε πείραξε εκείνη η φράση, γιατί σε πλήγωσε εκείνη η σιωπή, γιατί δεν αντέχεις άλλο να νιώθεις δεύτερη επιλογή. Στην αρχή το παλεύεις. Μιλάς καθαρά. Δίνεις παραδείγματα. Ψάχνεις κοινό τόπο.
Μετά καταλαβαίνεις ότι δεν είναι θέμα κατανόησης. Είναι θέμα πρόθεσης.
Όταν κάποιος θέλει να σε ακούσει, ακούει. Δεν χρειάζεται ανάλυση τριών σελίδων για να αντιληφθεί πως κάτι σε βαραίνει. Το βλέπει στο βλέμμα σου, στον τρόπο που απομακρύνεσαι, στο πώς αλλάζει ο τόνος της φωνής σου.
Κι όμως, εσύ συνεχίζεις να εξηγείς. Από ανάγκη να σωθεί κάτι. Από ελπίδα πως αν βρεις τις σωστές λέξεις, θα βρεθεί και η σωστή αντίδραση.
Μέχρι που μια μέρα δεν έχεις άλλες λέξεις.
Δεν γιατί δεν πονάς. Αλλά γιατί έχεις μιλήσει αρκετά. Έχεις δώσει χρόνο, ευκαιρίες, περιθώρια. Έχεις δείξει πού βρίσκονται τα όριά σου. Κι αν ο άλλος συνεχίζει να τα αγνοεί, δεν είναι άγνοια. Είναι επιλογή.
Τότε δεν κάνεις σκηνή. Δεν υψώνεις τη φωνή. Δεν απειλείς ότι θα φύγεις.
Απλώς φεύγεις.
Μαζεύεις την ενέργειά σου από εκεί που δεν εκτιμήθηκε. Σταματάς να επαναλαμβάνεις τα ίδια επιχειρήματα. Σταματάς να απολογείσαι για τις ανάγκες σου.
Δεν είναι εγωισμός. Είναι αυτοσεβασμός.
Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς πως το να μένεις και να εξηγείς ξανά και ξανά, σε φθείρει περισσότερο από το να αποχωρήσεις. Και προτιμάς τη σιωπή της αποχώρησης από τον θόρυβο μιας αδιάφορης παρουσίας.
Κάποια στιγμή σταματάς να εξηγείς.
Και αυτό είναι το πιο καθαρό αντίο.
