Γράφει η Ιωάννα Παυλίδου
Μήπως η πιο επικίνδυνη μορφή κακού είναι αυτή που μοιάζει με το καλό; Εκείνη που δεν φωνάζει, δεν χτυπά, δεν σε προδίδει στα ίσα. Εκείνη που σε κοιτάει ήρεμα και σου λέει πως είναι εδώ για σένα. Που σε αγκαλιάζει, αλλά όχι για να σε προστατεύσει – για να σε χειριστεί. Που σε μαθαίνει να αμφισβητείς τη διαίσθησή σου, να ντρέπεσαι για την ανάγκη σου, να εξαρτιέσαι από το «καλό παιδί» που παίζει απέναντί σου.
Το κακό που σε σκοτώνει δεν έρχεται με μαχαίρι. Έρχεται με χαμόγελο. Σου λέει «θέλω το καλό σου» την ώρα που σε λυγίζει. Σου μαθαίνει ότι η αγάπη πονάει, ότι για να μείνεις πρέπει να αντέχεις, ότι όποιος φεύγει είναι αχάριστος. Σε βάζει να νιώθεις τύψεις για όσα αξίζεις και δεν λαμβάνεις. Σε εκπαιδεύει να ευχαριστείς για τα ψίχουλα.
Το πιο ύπουλο κακό ντύνεται σαν φροντίδα. Δεν σου απαγορεύει. Σε πείθει ότι δεν χρειάζεσαι. Δεν σε χτυπάει. Σε κάνει να χτυπάς μόνη σου τον εαυτό σου κάθε φορά που ζητάς κάτι περισσότερο. Και ξέρει να κρύβεται. Πίσω από ωραίες λέξεις. Πίσω από τη “λογική”. Πίσω από το «γιατί παραπονιέσαι, έχεις τόσα».
Το πραγματικό καλό δεν σε ακυρώνει, δεν σε πονάει, δεν σε μειώνει. Δεν σε μπερδεύει. Δεν σε τρομάζει. Σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, όχι υπόλογη. Αν χρειάζεσαι χρόνο για να καταλάβεις αν κάτι είναι αγάπη ή παγίδα, τότε μάλλον δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Το κακό δεν είναι πάντα θόρυβος. Είναι και σιωπή. Είναι και αναβολή. Είναι και «κάτσε λίγο ακόμα, μπορεί να φταις εσύ». Γι’ αυτό, να φοβάσαι λιγότερο το δηλωμένο και περισσότερο το μεταμφιεσμένο. Εκείνο που σε μπερδεύει, όχι που σε τρομάζει.
Γιατί εκείνο… δεν θέλει απλώς να σε πληγώσει. Θέλει να σε πείσει ότι το άξιζες.
