Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Μην φοβάσαι, ψυχή μου. Μπόρα είναι. Και οι μπόρες δεν κρατάνε για πάντα.
Ξέρω πως τώρα μοιάζει αλλιώς. Όταν πέφτει η βροχή δυνατά, όλα γύρω σκοτεινιάζουν. Οι δρόμοι αδειάζουν, τα βήματα βαραίνουν και το μυαλό αρχίζει να στήνει ιστορίες που δεν βοηθούν κανέναν. Σαν να θέλει να σε πείσει ότι αυτό που περνάς είναι πιο μεγάλο απ’ όσο μπορείς να αντέξεις.
Αλλά δεν είναι.
Οι δυσκολίες έχουν έναν περίεργο τρόπο να μας κοιτούν στα μάτια και να ζητούν απόδειξη. Να δουν αν θα σταθούμε όρθιοι ή αν θα κάνουμε πίσω. Κι εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια. Ούτε υποσχέσεις που ακούγονται όμορφες αλλά δεν κρατούν.
Χρειάζεται μόνο να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνη.
Δεν θα σου πω ότι όλα θα πάνε τέλεια. Δεν λειτουργεί έτσι η ζωή. Θα υπάρξουν μέρες που θα κουραστείς. Που θα θυμώσεις. Που θα νιώσεις πως δεν έχεις άλλη δύναμη να συνεχίσεις.
Και είναι εντάξει.
Γιατί η δύναμη δεν είναι να μην λυγίζεις ποτέ. Η δύναμη είναι να βρίσκεις έναν λόγο να σηκωθείς ξανά, ακόμα κι όταν όλα μέσα σου λένε να μείνεις κάτω.
Κι εγώ θα είμαι εδώ.
Όχι σαν ήρωας που θα λύσει τα πάντα. Ούτε σαν κάποιος που έχει όλες τις απαντήσεις. Θα είμαι εδώ όπως πρέπει να είναι ένας άνθρωπος για έναν άλλον άνθρωπο. Στα απλά. Στα δύσκολα. Στις σιωπές που δεν χρειάζονται εξηγήσεις.
Θα περπατήσουμε μέσα από αυτή τη μπόρα μαζί. Μπορεί να βραχούμε. Μπορεί να παγώσουμε για λίγο. Αλλά θα συνεχίσουμε να προχωράμε.
Γιατί όταν κρατιούνται δύο άνθρωποι, ο δρόμος μικραίνει.
Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, η βροχή θα αρχίσει να πέφτει πιο απαλά. Ο ουρανός θα ανοίξει λίγο. Θα φανεί εκείνη η πρώτη γραμμή φωτός που πάντα εμφανίζεται όταν η καταιγίδα κουράζεται να επιμένει.
Τότε θα κοιτάξεις πίσω και θα δεις ότι αυτό που σε τρόμαζε δεν ήταν το τέλος του δρόμου.
Ήταν απλώς ένα κομμάτι του.
Γι’ αυτό σου λέω ξανά, χωρίς μεγάλα λόγια και χωρίς υποσχέσεις που δεν μπορώ να κρατήσω.
Μην φοβάσαι, ψυχή μου.
Μπόρα είναι.
Και θα την περάσουμε μαζί.
