Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Κάποτε εγώ, κάποτε εσύ, κάποτε εμείς που θα μπορούσαμε και δεν γίναμε.
Κι εμείς δεν το τολμήσαμε ή δεν το θελήσαμε όσο του άξιζε.
Δεν το παλέψαμε, δεν δοθήκαμε.
Θέλει μαγκιά να δίνεις από το μείον σου.
Θέλει ψυχή να βρίσκεις να δώσεις από το τίποτα που μπορεί να σου άφησαν οι περαστικοί έρωτες και οι ανόητες αγάπες.
Θέλει ντομπροσύνη να σταθείς και να παραδοθείς.
Κι εμείς, λίγο, λίγοι, μισοί..
Κρατήσαμε καβάτζα μην και ξεμείνουμε από αισθήματα, έρωτα και καύλα.
Βάλαμε στον πάγο την καρδιά μην και παραζεσταθεί και τι θα γίνουμε.
Βάλαμε νερό στο κρασί μας και ξεχάσαμε πώς είναι να γεύεσαι ένα κρασί μεστό, γεμάτο, που να σου μουδιάζει όλα τα κύτταρα.
Κάναμε πίσω στις επιθυμίες μας, κρατήσαμε χαλαρά τα χέρια, αντί να τα σφίξουμε!
Γιατί αν δεν τα σφίξεις τα χέρια, πώς θα πεις το “μείνε”;
Αν δεν τραβήξεις τον άλλο πάνω σου όταν πάει να φύγει πώς θα του πεις “δεν θέλω να κάνεις βήμα μακριά μου”
Γεμίσαμε παραμύθια με “.. και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα” και γλυκανάλατα σενάρια βγαλμένα από αμερικάνικες κομεντί.
Τι να το κάνεις το “εμείς” αν δεν αντέχει στα δύσκολα;
Τι να το κάνεις αν δεν μένει όρθιο στις φουρτούνες;
Τι να το κάνεις αν δεν ξέρεις πως ό,τι κι αν γίνει, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, το δικό σας “εμείς” δεν γκρεμίζεται.
Κι εμείς.. δυο σιωπηλοί θεατές που δεν τόλμησαν.
Δυο δειλοί εραστές που δεν πίστεψαν στον έρωτα.
Δυο μονάδες που απέτυχαν να γίνουν “εμείς” και που έμειναν, δυο παρολίγον ευτυχίες, δυο παρολίγον ιστορίες, δυο παρολίγον, αλλά μόνο στο ολίγον!
