Γράφει η Ιωάννα Ιακωβίδου
Σαν καταιγίδα ξέσπασε μέσα μου, με δυνατούς ανέμους, η πίκρα και το παράπονο. Μια στεναχώρια που είχα να νιώσω καιρό.
Σαν να ξύπνησα από λήθαργο που με έκανε να προχωράω χωρίς προορισμό. Εκείνο το πρωινό ξύπνησα, και όλα ήταν αλλιώς, διαφορετικά και μπερδεμένα. Κάποιος είχε βάλει το χέρι του, και όλα άλλαξαν ξαφνικά.
Χάθηκε ο θυμός, και τη θέση του πήρε η πίκρα και το παράπονο. Για πολύ καιρό, ήταν σκεπασμένα τα πάντα με μια θλίψη, μια στεναχώρια που δεν περνούσε με τίποτα. Έναν πόνο που δεν μπορούσα να διαχειριστώ, κάποια χέρια με τραβούσαν πίσω, και δεν έχασα εντελώς τις σταθερές μου.
Μα εκείνο το πρωί όλα άλλαξαν. Όλα φαινόντουσαν πια τόσο μάταια. Τόσος αγώνας και τόση προσπάθεια ξαφνικά δεν είχαν καμία σημασία.
Κρατούσα την ανάσα μου όλη μέρα, παγωμένη στις σκέψεις του τι είχε συμβεί μέχρι εκείνη την ημέρα. Το βράδυ έκλαψα, κι έκλαψα πολύ. Άφησα εκείνη την ανάσα, και ξέσπασε καταιγίδα μέσα μου.
Για μένα και για σένα, για όλους όσους μας παρακολουθούσαν, πότε σιωπηλά και πότε με φωνές. Έκλαψα για τη ματαιοδοξία του ανθρώπου και για τη ματαιότητα της ζωής.
Μια ανάσα χρειάστηκε, και όλα άλλαξαν. Για άλλους η τελευταία, για άλλους η πρώτη καθαρή, χωρίς αγωνία, μετά από καιρό. Και όλα άλλαξαν, και τίποτα δεν είναι όπως πριν.
Κι ακόμη κάνω απολογισμό και μετράω τα λάθη μου. Με παρηγορώ ανθρώπινα, και άλλοτε νιώθω τύψεις για όσα δεν σου είπα ακόμη, για όσα έπρεπε να μην είχα κάνει ποτέ.
Μα θα περάσει ο καιρός, και θα περάσουν μαζί του κι οι κακές μνήμες. Και τότε, θα σου πω όλα όσα σου έχω κρατημένα.
Μέχρι τότε, αφήνω κι εσένα να καταλάβεις… εμένα.
