Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Έλα μωρέ, ας πούμε την αλήθεια, όλοι αυτό δεν θέλουμε; Όλοι λίγη αγάπη αναζητάμε ρε γαμώτο…
Να περνάνε τα χρόνια και να μην είμαστε μόνοι μας, να έχουμε έναν άνθρωπο δικό μας. Τον άνθρωπό μας ρε φίλε!
Να φεύγουνε οι μέρες και να έχουμε κάπου να ακουμπάμε. Να έρχονται τα βράδια και στην άλλη άκρη του κρεβατιού μας να υπάρχει ένας σύντροφος. Ο σύντροφός μας. Να μην κοιμόμαστε μοναχοί μας. Πότε αγκαλιασμένοι, πότε αγαπημένοι, πότε καυλωμένοι. Κι ας μην είναι πάντα όλα καλά. Κι ας υπάρχουνε, πού και πού, και νεύρα, εντάσεις ή στεναχώριες. Γιατί έτσι είναι η ζωή με έναν άλλο άνθρωπο. Πως αλλιώς;
Δεν είναι κάθε μέρα γιορτή και πανηγύρι. Δεν ξυπνάς κάθε πρωί ερωτευμένος σαν την πρώτη μέρα. Δεν γελάς συνέχεια, δεν συμφωνείς πάντα, δεν έχεις πάντα διάθεση για αγκαλιές και φιλιά. Υπάρχουν και μέρες που θα στραβώσεις, που θα νευριάσεις, που θα πεις μια κουβέντα παραπάνω και μετά θα τη μετανιώσεις.
Αλλά ο άνθρωπος σου είναι εκεί, κι αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται ανεκτίμητο.
Να γυρίζεις σπίτι και να ξέρεις ότι κάποιος σε περιμένει. Όχι απαραίτητα με φαγητό στο τραπέζι και χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Μπορεί να σε περιμένει και με μούτρα. Μπορεί να είστε τσακωμένοι. Μπορεί να μη μιλάτε πολύ. Αλλά είναι εκεί κι αυτό τον κάνει άνθρωπός σου. Κι εσύ φυσικά είσαι ο δικός του άνθρωπος.
Να έχεις ρε φίλε κάποιον να του πεις “κοίτα τι έπαθα σήμερα”, “άκου τι μου είπανε”, “θυμάσαι τότε που…;”. Να υπάρχει κάποιος που ξέρει τις μαλακίες σου, τις φοβίες σου, τις ανασφάλειές σου, τα κουσούρια σου, και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να σε διαλέγει. Όχι γιατί είσαι τέλειος, αλλά γιατί σε ξέρει.
Και δεν υπάρχει, που λέτε, μεγαλύτερη μορφή αγάπης από το να σε γνωρίζει κάποιος πραγματικά. Να έχει δει και τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό σου. Να έχει δει τα νεύρα σου, τις αδυναμίες σου, τις άσχημες μέρες σου, τις στιγμές που δεν ήσουν καθόλου εύκολος άνθρωπος. Και παρ’ όλα αυτά, το βράδυ να ξαπλώνει δίπλα σου.
Να υπάρχει ένα χέρι να ψάξει το δικό σου μέσα στον ύπνο. Μια αγκαλιά, έτσι, χωρίς λόγο. Ένα φιλί στο μέτωπο. Ένα “έλα, άστο τώρα” όταν έχεις νευριάσει. Κι ένα “είμαι εδώ” όταν όλα τα υπόλοιπα γύρω σου μοιάζουν να πηγαίνουν κατά διαόλου.
Αυτό θέλουμε όλοι μας τελικά, όχι το τέλειο, το δικό μας.
Έναν άνθρωπο να γεράσουμε μαζί του. Να αλλάξουν τα πρόσωπά μας, να ασπρίσουν τα μαλλιά μας, να αρχίσουν να μας πονάνε τα γόνατα και να συνεχίζουμε να κοιταζόμαστε, και να λέμε “ρε μαλάκα, πότε περάσανε όλα αυτά τα χρόνια;”
Να έχουμε στιγμές, πορεία, ιστορία. Να έχουμε αναμνήσεις. Να έχουμε ένα “εμείς” που δεν χρειάζεται να το εξηγούμε σε κανέναν.
Και όταν κάποτε κοιτάξουμε πίσω, να μην πούμε “πόσους ανθρώπους γνώρισα;”. Να πούμε “με ποιον τα έζησα όλα αυτά;”
Γιατί στο τέλος της μέρας, όταν σβήσουν τα φώτα, όταν τελειώσουν οι δουλειές, τα λεφτά, οι υποχρεώσεις, οι μαλακίες κι όλος αυτός ο θόρυβος της ζωής, αυτό που μένει είναι ένας άνθρωπος δίπλα σου. Ο άνθρωπός σου.
Κι αν είσαι τυχερός κι ικανός, θα είναι εκεί μέχρι το τέλος. Κι αν είσαι ακόμα πιο τυχερός και πιο ικανός, θα τον κοιτάς τότε όπως τον κοίταξες κάποτε στην αρχή.
Μόνο που αυτή τη φορά θα ξέρεις κάτι που τότε δεν μπορούσες να το ξέρεις. Θα ξέρεις πως τελικά, δεν έψαχνες τον τέλειο άνθρωπο.
Έψαχνες τον άνθρωπό σου.
