Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Κι όπως κοίταζε τ’ αστέρια,
ένα αστέρι μικρό της χαμογέλασε.
Δάκρυσε η καρδιά της,
γιατί ήξερε πως τ’ άστρο της
δεν την λησμόνησε.
Και μες στην λησμονιά της
χάθηκε κι ο πόνος της νύχτας.
Πέρασε απέναντι, συντροφιά
με ένα φεγγάρι γεμάτο,
μ’ έναν ουρανό γεμάτο όνειρα.
Έφτιαξα ένα όνειρο
και έβαλα μέσα την καρδιά μου.
Έφτιαξα έναν δρόμο
και έβαλα μέσα τα βήματά μου.
Έφτιαξα έναν ουρανό
και έβαλα μέσα όλα τ’ αστέρια της.
Έφτιαξα μια θάλασσα
και έβαλα μέσα όλο τον πλούτο της ψυχής μου.
Έσβησε τα φώτα ο ουρανός
σαν είδε πως του κλέψαν το φεγγάρι.
Μην είδε την καρδιά του ο μοναχός
κι ερήμωσε της ψυχής του
το βλαστάρι;
Είν’ άγρια η μοναξιά, χωρίς φεγγάρι
να σταθείς να νυχτοπερπατήσεις.
