Γράφει o Max McGrath
Δεν ήθελα ποτέ να σε κάνω να με θυμάσαι. Ήθελα μόνο να με αγαπήσεις — έτσι όπως ήμουν. Όχι όπως με έπλασες μέσα σου, όχι όπως σε βόλευε να με βλέπεις. Αλλά όπως πραγματικά στάθηκα μπροστά σου: χωρίς πανοπλία, χωρίς παιχνίδια, χωρίς «Ίσως» τα «Αν» και «Θα δούμε». Εγώ, κι εσύ. Δύο άνθρωποι που θα μπορούσαν να έχουν γίνει κάτι σπουδαίο, αν δεν φοβόσουν τόσο πολύ να νιώσεις.
Γιατί εσύ δεν με έδιωξες ποτέ. Με άφηνες να φεύγω σιωπηλά, κάθε φορά που πλησίαζα λίγο πιο πολύ. Και το χειρότερο; Πάντα γύριζα. Γιατί σε είχα αγαπήσει όχι για αυτό που ήσουν, αλλά για αυτό που έδειχνες ότι θα μπορούσες να γίνεις αν άφηνες τον εαυτό σου ελεύθερο.
Έχω κρατήσει ακόμα κάτι από σένα: μια στιγμή. Εκείνη που με κοίταξες χωρίς να πεις λέξη, αλλά το βλέμμα σου μαρτυρούσε όλα όσα φοβήθηκες να παραδεχτείς.
Ήταν η μόνη φορά που είδα ποιος είσαι πραγματικά.
Όχι η γυναίκα που ήθελε να φαίνεται ατάραχη, δυνατή, «πάνω απ’ όλα».
Αλλά ο άνθρωπος που μέσα του καιγόταν, και δεν ήξερε πώς να το πει.
Με ρωτάνε καμιά φορά τι ήμασταν. Κι εγώ χαμογελάω, γιατί δεν ξέρω τι να απαντήσω. Αν πω «τίποτα», θα πω ψέματα.
Αν πω «τα πάντα», θα ακουστώ υπερβολικός. Αν και πάλι θα πω «μια ιστορία που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ», θα είναι η πιο ακριβής αλήθεια, αλλά ποιος την αντέχει;
Η αλήθεια είναι πως ήμασταν εκείνη η σχεδόν αγάπη που δεν πρόλαβε να γίνει. Το «Αν» που έμεινε να αιωρείται στο στόμα μας κάθε φορά που προσπαθούσαμε να πούμε το «μαζί».
Εσύ φοβήθηκες. Φοβήθηκες την αβεβαιότητα της ευτυχίας.
Μου πλάσαρες μηνιαία συνδρομή αγάπης, μου έστειλες αγάπη με πακέτο εβδομαδιαίο, μα γύρισα το δέμα κι είπα δεν είναι αναγκαίο.
Φοβήθηκες την ένταση, τη δέσμευση, την ευθύνη του να σε αγαπούν αληθινά.
Φοβήθηκες το «αντέχω», γιατί δεν είχες αντέξει ποτέ κανέναν μέχρι τότε.
Κι εγώ φοβήθηκα μόνο ένα πράγμα: ότι θα έρθει η μέρα που θα φύγω και δεν θα με σταματήσεις. Και ήρθε.
Τώρα πια, δεν θυμώνω. Ούτε καν πονάω. Το αντίθετο. Έμαθα.
Ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να αγαπήσουν όπως αγαπάς εσύ. Όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά γιατί δεν ξέρουν πώς.
Κουβαλούν μέσα τους πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ, και φοβούνται μην τους ξαναπληγώσεις χωρίς να το θες. Εσύ ήσουν ένας απ’ αυτούς.
Πάντα σε θαύμαζα για τη δύναμη που έδειχνες προς τα έξω, αλλά μέσα μου ήξερα πως αυτή η δύναμη ήταν άμυνα. Ένα τείχος γύρω από έναν άνθρωπο που φοβόταν να νιώσει.
Κι όμως, αν σε ρωτήσουν τι τελικά σου ήμουν, να τους πεις την αλήθεια. Να τους πεις ότι ήμουν εκείνος που σε αγάπησε χωρίς όρους. Όχι για αυτό που μου έδωσες,
αλλά για αυτό που ήσουν όταν ήσουν αληθινός.
Να τους πεις ότι ήμουν το ρίσκο που δεν πήρες.
Η ευκαιρία που σου χαμογέλασε και την κοίταξες με φόβο.
Να τους πεις ότι ήμουν το ενδεχόμενο ευτυχίας που δεν άντεξες να δοκιμάσεις.
Κάποτε μου είπες:«Δεν ξέρω τι θέλω». Κι εγώ σου απάντησα:
«Μόνο όποιος δεν έχει νιώσει ποτέ κάτι πραγματικό, δεν ξέρει τι θέλει».
Γιατί όταν έχεις νιώσει, όταν έχεις ζήσει εκείνη τη σπίθα, την ανάσα που σταματάει, την καρδιά που τρέμει — τότε ξέρεις. Ξέρεις τι σημαίνει «θέλω».
Ξέρεις τι σημαίνει «Δεν μπορώ χωρίς εσένα». «Δεν έχω ζωή χωρίς εσένα».
Εσύ δεν το άντεξες αυτό. Γιατί σου θύμιζε πως ήσουν άνθρωπος.
Κι εσύ είχες μάθει να επιβιώνεις, όχι να ζεις. Μερικές φορές, σκέφτομαι πως οι πιο δυνατές σχέσεις είναι αυτές που δεν έγιναν ποτέ. Γιατί εκείνες μένουν αγνές, άφθαρτες, χωρίς το βάρος της καθημερινότητας, χωρίς τα «πρέπει». Μένουν ιδανικές στο μυαλό — αλλά όχι στην καρδιά.
Η καρδιά, βλέπεις, δεν θέλει ιδανικά. Θέλει παρουσία.
Κι εγώ, όσο κι αν ήθελα να είμαι η παρουσία σου, έμεινα η απουσία που δεν θα τολμήσεις να ξεχάσεις.
Υπάρχουν βράδια που σε σκέφτομαι ακόμα.
Δεν ξέρω από νοσταλγία, θυμό, παράπονο. Πες το όπως θες.
Σε σκέφτομαι με μια ήρεμη αποδοχή. Είσαι ένα κεφάλαιο που δεν έκλεισε ποτέ με τελεία, μόνο με αποσιωπητικά.
Κι ίσως να ’ναι καλύτερα έτσι. Γιατί αν είχαμε συνεχίσει,
ίσως να χαλούσαμε αυτό το λίγο που υπήρξε, το καθαρό.
Θυμάσαι τότε που μου είπες ότι φοβάσαι τα «πάντα»;
Εγώ χαμογέλασα και σου είπα: «Εγώ φοβάμαι μόνο να ζήσω μια ζωή χωρίς ένταση». Κι αυτό ήμασταν εμείς — μια σύγκρουση ανάμεσα σε φόβο και ένταση. Εσύ ήθελες ασφάλεια, εγώ ήθελα αλήθεια. Και η αλήθεια, αγάπη μου, ποτέ δεν είναι ασφαλής.
Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο; Όσο κι αν πέρασε ο καιρός, όσο κι αν άλλαξαν οι ζωές μας, εγώ θυμάμαι ακόμα πώς ένιωθα δίπλα σου.
Όχι τι είπες, ούτε τι κάναμε. Μόνο το πώς ένιωθα. Και ένιωθα ζωντανός.
Και αυτή είναι η απόδειξη πως ό,τι κι αν πούμε, ό,τι κι αν προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε,
το σώμα, η ψυχή, η μνήμη — θυμούνται.
Μπορεί να προχώρησες. Μπορεί να γελάς, να φλερτάρεις, να λες πως «όλα καλά». Μα αν κάποτε σε ρωτήσουν για μένα, μην πεις «ήταν κάτι παλιό». Μην πεις «δεν ήμασταν τίποτα».
Πες αυτό που ξέρεις μέσα σου: πως ήμουν το κάτι που δεν τόλμησες να γίνεις.
Κι εγώ, δεν θέλω τίποτα άλλο. Δεν χρειάζομαι επανασύνδεση, ούτε δικαίωση. Μου αρκεί να ξέρεις, εκεί, βαθιά μέσα σου, πως υπήρξε κάποιος που θα σε αγαπούσε χωρίς όρους,
χωρίς να έχει σημασία πόσο πολύ μπορεί ν’ αλλάξεις. αν μόνο του το επέτρεπες.
Σήμερα, αν με δεις, ίσως χαμογελάσω.
Θα είναι ένα χαμόγελο γαλήνιο, όχι πικρό.
Γιατί έμαθα πως δεν είναι ήττα να φεύγεις απ’ ό,τι σε πληγώνει — είναι πράξη αυτοσεβασμού.
Κι εγώ έφυγα, όχι γιατί έπαψα να σ’ αγαπώ, αλλά γιατί έπαψες εσύ να προσπαθείς.
Αν σε ρωτήσουν, λοιπόν, τι ήμουν για σένα, να πεις την αλήθεια που φοβήθηκες να ζήσεις.
Να πεις πως ήμουν η αγάπη που δεν άντεξες, η ευκαιρία που δεν εκμεταλλεύτηκες,
το «μαζί» που δεν τόλμησες να προφέρεις.
Κι αν ποτέ σε δω ξανά, δεν θα σε ρωτήσω τίποτα.
Γιατί ό,τι είχαμε, να πούμε το είπαμε ήδη με τη σιωπή μας.
Εκεί τελειώνει και αρχίζει κάθε αληθινή ιστορία αγάπης:
Με εκείνο το «Μία φορά κι έναν καιρό… ήταν ένας έρωτας.
Ζήσανε αυτοί καλά… μα ποτέ, καλύτερα εμείς». ‘Οχι στα λόγια
που ειπώθηκαν,αλλά σ’ εκείνα που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Κι αν σε ρωτήσουν τι τελικά σου είμαι, να τους πεις αυτό που τόσο πολύ φοβήθηκες να ζήσεις.
