Γράφει η Μαρία Αρφαρά
Ήταν ένα βροχερό χειμωνιάτικο πρωινό, όταν μπήκα στον ηλεκτρικό με προορισμό το κέντρο της Αθήνας. Από εκείνα τα πρωινά που οι άνθρωποι μοιάζουν να περπατούν πιο γρήγορα, να σκέφτονται πιο βαριά, να κουβαλούν κάτι παραπάνω απ’ όσα χωράει μια τσάντα ή ένα παλτό. Παρατήρησα ένα άδειο κάθισμα και κοντοστάθηκα. Να καθίσω ή όχι; «Σε πόσες στάσεις θα φτάσω στον προορισμό μου;» σκέφτηκα.
«Θα καθίσεις ή όχι; Αποφάσισε!», άκουσα ξαφνικά πίσω μου μια γυναικεία φωνή, φορτωμένη εκνευρισμό.
Γύρισα.
«Συγγνώμη, καθίστε», ψέλλισα και έκανα στην άκρη.
Το παρουσιαστικό της ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ένταση που μόλις είχε ξεσπάσει πάνω μου. Με κοίταξε. Και τότε κάτι άλλαξε.
«Συγγνώμη. Δεν έπρεπε να σου μιλήσω έτσι», μου είπε.
Της χαμογέλασα.
«Συμβαίνουν αυτά. Φταίω κι εγώ. Σκεφτόμουν», της απάντησα.
Με παρακάλεσε να καθίσω.
Αρνήθηκα.
Της είπα πως προτιμούσα να καθίσει εκείνη.
Κι έτσι καταλήξαμε δύο άγνωστες γυναίκες να στεκόμαστε όρθιες στον ηλεκτρικό, να επιμένουμε ευγενικά η μία στην άλλη και τελικά να μιλάμε μέχρι να φτάσουμε.
Μου ζήτησε συγγνώμη ξανά.
Και ξανά.
Και ξανά.
Μέχρι που μου είπε πως είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών. Πως πήγαινε στη δουλειά της. Πως ήταν αγχωμένη. Κουρασμένη. Πιεσμένη. Και πως ο τρόπος που την αντιμετώπισα την έκανε να νιώσει άσχημα.
Δεν κατάφερα να την πείσω ότι όλοι κάνουμε λάθη.
Όμως κατάφερα να φύγω από εκεί διαφορετική.
Γιατί πόσες φορές απαντάμε στον θυμό με θυμό; Πόσες φορές πετάμε πίσω την ίδια σκληράδα που δεχτήκαμε;
Κι όμως, δεν ξέρουμε ποτέ τι κουβαλά ο άλλος.
Μπορεί να έχασε τη δουλειά του. Μπορεί να πηγαίνει σε μια κηδεία. Μπορεί να έμαθε κάτι που του γκρέμισε τη ζωή. Μπορεί απλώς να έχει κουραστεί να αντέχει.
Δεν σημαίνει ότι η αγένεια δικαιολογείται.
Σημαίνει όμως ότι η κατανόηση μπορεί να σπάσει έναν κύκλο που αλλιώς θα συνέχιζε.
Εκείνο το πρωινό δεν άλλαξε ο κόσμος.
Άλλαξαν όμως δύο άνθρωποι μέσα σε ένα βαγόνι.
Και καμιά φορά, έτσι ξεκινάνε όλα.
