Γράφει η Ρένα Χατζηγεωργίου
Μη γυρνάς εκεί που χρειάστηκε να εξηγήσεις τι αξίζεις.
Όχι επειδή πρέπει να κάνεις τη σκληρή. Ούτε επειδή οι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ. Αλλά επειδή, όταν χρειάζεται να πεις δυνατά τα βασικά, κάτι έχει ήδη χαλάσει στον τρόπο που σε κοιτάζουν.
Δεν μιλάω για τις μικρές παρεξηγήσεις. Για εκείνες τις μέρες που ο άλλος είναι κουρασμένος, αφηρημένος, άτσαλος. Μιλάω για το επαναλαμβανόμενο.
Για τη στιγμή που λες «μη μου μιλάς έτσι» και σε κοιτάζουν σαν να έκανες σκηνή.
Για τη στιγμή που λες «μην εξαφανίζεσαι» και σου απαντούν ότι ζητάς πολλά.
Για τη στιγμή που λες «θέλω να με υπολογίζεις» και σε κάνουν να νιώθεις παράλογη επειδή δεν σου αρκεί το περίπου.
Εκεί αρχίζεις να γίνεσαι δασκάλα της ίδιας σου της αξίας.
Φτιάχνεις παραδείγματα. Διαλέγεις λέξεις. Μιλάς ήρεμα για να μη σε πουν υπερβολική. Καταπίνεις τον θυμό σου για να ακουστείς λογική. Προσπαθείς να εξηγήσεις ότι δεν ζητάς θρόνο, ούτε χειροκρότημα. Ζητάς να μην είσαι η τελευταία επιλογή όταν τελειώνουν όλα τα άλλα.
Και ο άλλος ακούει μόνο όσο χρειάζεται για να μη φύγεις.
Σου δίνει λίγο περισσότερο για λίγες μέρες. Ένα μήνυμα, μια υπόσχεση, μια μικρή αλλαγή που σε κάνει να σκεφτείς ότι ίσως επιτέλους κατάλαβε.
Μετά γυρίζει στο ίδιο.
Γιατί δεν ήθελε να σε μάθει. Ήθελε να σε κρατήσει αρκετά ήσυχη.
Μη γυρνάς εκεί.
Όχι γιατί δεν αγάπησες. Αλλά γιατί η αγάπη δεν είναι αίτηση που κάνεις ξανά και ξανά για να εγκριθεί η παρουσία σου.
Μη γυρνάς εκεί που χρειάστηκε να αποδείξεις ότι έχεις δικαίωμα σε σεβασμό, χρόνο, καθαρότητα, τρυφερότητα.
Όποιος χρειάζεται να του εξηγήσεις γιατί αξίζεις τα αυτονόητα, δεν σε κοιτάζει.
Σε διαπραγματεύεται.
