Γράφει η Τζένη Γιαννοπούλου
Και δεν το λέω σαν παράπονο. Το λέω σαν διαπίστωση. Στεγνή. Σαν απόδειξη λογαριασμού που δεν πληρώθηκε ποτέ.
Δεν έμαθα να ριζώνω γιατί πάντα κάτι με τραβούσε αλλού. Μια βαλίτσα μισάνοιχτη. Όχι έτοιμη. Μισάνοιχτη. Να θυμίζει ότι μπορεί να φύγω ανά πάσα στιγμή. Ότι δεν βολεύτηκα. Ότι δεν αράζω. Ότι δεν λέω «εδώ είμαι και τέλος».
Και η καρδιά;
Στο χέρι.
Όχι από γενναιοδωρία. Από συνήθεια.
Έτσι έμαθα. Να φεύγω πριν με διώξουν. Να μην δένομαι υπερβολικά με χώματα, σπίτια, ανθρώπους που λένε «μείνε» αλλά εννοούν «προσαρμόσου». Να αγαπάω με ένταση και να αποχαιρετώ με αξιοπρέπεια. Όχι πάντα με ψυχραιμία. Αλλά με αλήθεια.
Δεν έμαθα να ριζώνω γιατί οι ρίζες θέλουν χρόνο. Και εγώ μεγάλωσα σε αντίο. Σε αεροδρόμια. Σε αλλαγές. Σε «πάμε παρακάτω» χωρίς οδηγίες χρήσης. Και κάπου εκεί έμαθα να κουβαλάω τον εαυτό μου σαν σπίτι. Πρόχειρο. Αλλά δικό μου.
Ναι, κουράζει.
Ναι, πονάει.
Ναι, θα ήταν πιο εύκολο να πω «εδώ ανήκω» και να τελειώνουμε.
Αλλά δεν το έμαθα.
Έμαθα όμως κάτι άλλο. Να στέκομαι όρθια όπου κι αν βρεθώ. Να μην φοβάμαι την αρχή. Να μην κάνω έκπτωση στο ποια είμαι για να χωρέσω. Να φεύγω όταν κάτι μικραίνει την ψυχή μου. Να μένω μόνο όταν αξίζει.
Και αν με ρωτήσεις αν ζηλεύω όσους ρίζωσαν;
Όχι.
Απλώς τους κοιτάω με περιέργεια. Σαν κάτι που δεν έτυχε να μου συμβεί.
Εγώ είμαι αλλού.
Με μια βαλίτσα μισάνοιχτη.
Και την καρδιά στο χέρι.
Όποιος αντέχει, έρχεται.
Οι άλλοι… καλή συνέχεια.
