Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Δεν μείναμε γιατί ήμασταν ευτυχισμένοι.
Μείναμε γιατί ήταν εύκολο.
Γιατί δεν πονούσε αρκετά ώστε να φύγουμε.
Η σχέση μας δεν ήταν κακή.
Ήταν απλώς… μέτρια.
Και το μέτριο είναι ύπουλο. Δεν σε διαλύει. Σε ναρκώνει.
Συνηθίσαμε το άγγιγμα χωρίς προσμονή.
Το φιλί χωρίς πείνα.
Την παρουσία χωρίς λαχτάρα.
Και το βαφτίσαμε «ωριμότητα».
Αλλά κάπου εκεί χάθηκε η επιθυμία.
Δεν τσακωνόμασταν.
Δεν πληγώναμε ο ένας τον άλλον.
Απλώς σταματήσαμε να θέλουμε.
Και αυτό είναι ο πιο αθόρυβος χωρισμός.
Γιατί το να σε έχει κάποιος δεν σημαίνει ότι σε ποθεί.
Και το να μένεις δεν σημαίνει ότι ζεις.
Υπάρχουν άνθρωποι που διαλέγουν την ασφάλεια.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που ρισκάρουν να νιώσουν.
Να εκτεθούν. Να καούν. Να μείνουν μόνοι, αλλά ζωντανοί.
Το ρίσκο δεν είναι εύκολο.
Η μοναξιά τρομάζει.
Το «κι αν δεν βρω κάτι καλύτερο;» κρατάει πολλούς δεμένους σε σχέσεις που απλώς… λειτουργούν.
Αλλά η επιθυμία δεν γεννιέται στο «λειτουργεί».
Γεννιέται στο βλέμμα που σε γδύνει χωρίς να σε αγγίξει.
Στο άγγιγμα που δεν είναι υποχρέωση.
Στο αίσθημα ότι κάποιος σε διαλέγει, όχι επειδή είσαι εκεί, αλλά επειδή σε θέλει.
Δεν είναι λάθος να μείνεις.
Αλλά μην πεις ότι αυτό είναι έρωτας, αν μέσα σου κάτι κοιμάται.
Ίσως δεν φοβόμαστε να φύγουμε.
Ίσως φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι θέλουμε περισσότερα.
Και αυτό το «περισσότερο» δεν είναι υπερβολή.
Είναι μνήμη του ποιοι ήμασταν πριν συμβιβαστούμε.
