Γράφει η Μαρίζα Ρίζου
Κοίτα να δεις τι έχει γίνει απόψε.
Μ’έχει πιάσει μια μελαγχολία. Λίγο η ησυχία στο σπίτι, λίγο το ότι είμαι μόνη μου, ήρθε το μυαλό και στάθηκε πάλι σε σένα.
Πέρασε από το χθες για να σταθεί στο σήμερα.
Αυτό το σήμερα.. Αχ να ερχόσουν στα κλεφτά, όπως τότε!
Να ξάπλωνες πλάι μου.
Τα σεντόνια μου να πότιζαν από την μυρωδιά σου, από αυτό το άρωμα που δεν ξέχασα ποτέ -212- κι αφού θα είχα χορτάσει από τον έρωτά σου και έφευγες, να έπαιρνα αγκαλιά το μαξιλάρι σου και να χανόμουνα στην αίσθηση πως είσαι ακόμα εδώ.
Έτσι είχα κάνει και τότε..
Όμως όχι! Το όνειρο δεν είναι τόσο γρήγορο..
Εκεί μπορώ να σε κρατήσω και να μην φύγεις τόσο γρήγορα.
Θα κάτσω μαζί σου και θα γελάσουμε. Θα σου κάνω νάζια, θα με πειράξεις, θα θυμώσω και θα μου γελάς.
Θα κερδίσουμε τα χαμένα.
Τα χαμένα χρόνια, το χαμένο χρόνο, τα χαμένα λόγια..
Θα μ’αγκαλιάσεις, θα φιληθούμε και θα κάνουμε έρωτα ξανά.
Έρωτα..
Όχι πήδημα, όχι ξεπέτα, ΕΡΩΤΑ!
Όπως τότε..
Αν μπορούσα να γύριζα το χρόνο πίσω, δεν θα είχα φύγει ποτέ από δίπλα σου.
Ποτέ!
Κι όσο προσπαθώ να κρατήσω τα δάκρυα να μην κυλήσουν τα μάτια καίνε.
Κοίτα με.
Άλλη μια φορά, δεν τα κατάφερα!
Κοίτα που σφίγγω τα δόντια για να μην αρχίσω να μιλάω μόνη μου και από το σφίξιμο με πόνεσε το κεφάλι μου!
Κοίτα με που τρέμω και δεν μπορώ να σου γράψω άλλο.
Κοίτα με!
Έχω τόσα να θυμηθώ κι απόψε θα τα εξαντλήσω.
Όλες τις στιγμές που περάσαμε μαζί θα τις αναστήσω στο μυαλό μου. Θα τις ξαναζήσω μία μία.
Γιατί απόψε, πιο πολύ από ποτέ σε έχω ανάγκη! Σε έχω ανάγκη να είσαι εδώ!
Κοίτα, άρχισα πάλι να ψάχνω απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουν απάντηση.
Κοίτα, που ίσως, λέω ίσως, να μην σκέφτεσαι κι εσύ τα ίδια κι αυτό τελικά να μην με νοιάζει καθόλου.
Κοίτα, πόσο προσπαθώ να φαίνομαι “σπουδαία” στα μάτια σου. Πώς χτίζω την εικόνα μου, μόνο για τα μάτια σου! Να είναι εκείνη που θα θαυμάζεις, όχι σαν κανένα από τα “σαχλοκούδουνα” που συναντάς.
Κοίτα που δεν με νοιάζει καν αν μου απαντήσεις σ’αυτό το παραλήρημα απόψε.
Με νοιάζει μόνο που το έχεις διαβάσει.
Κοίτα που με νοιάζει όταν για τους δικούς σου λόγους με ξενερώνεις!
Κοίτα που με νοιάζει η “καλημέρα” που δεν μου λες για να μου φτιάξεις την μέρα κι η “καληνύχτα” σου για να ξέρω ότι με σκέφτεσαι.
Κοίτα που θέλω να σε κάνω να με θέλεις.
Κοίτα που θέλω να γίνω (ξανά;) η πρώτη σου και η τελευταία σου σκέψη.
Κοίτα που θέλω το κορμί σου να πονάει από πόθο και να με ζητάει για να γεμίσει την έλλειψη.
Να ζητάει εμένα. Μόνο.
Κοίτα που σε θέλω.
Κοίτα που μου λείπεις.
Μα πιο πολύ, κοίτα..
Κοίτα που κάποτε είχες δίκιο όταν μου έγραψες πως θα είμαι η γυναίκα σου και θα είσαι ο άντρας μου
Και δεν θα έπρεπε να με νοιάζει τίποτε άλλο.
Θυμάσαι άραγε;
Μην τρομάζεις..
Ποτέ δεν θέλησα ούτε να σε τρομάξω, ούτε να φοβηθείς.
Ξέρω καλά πως μέσα από εδώ ή θα συνεχίσουμε ή θα ξεψυχίσουμε.
Κι είναι πολύ γενναίες οι ψυχές μας και ανίκητα τα θέλω μας για να ξεψυχίσουμε…
