Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Υπάρχει μια στιγμή που σταματάς να περιμένεις. Όχι επειδή έγινες σκληρός. Αλλά επειδή κουράστηκες να στέκεσαι με ανοιχτά χέρια μπροστά σε ανθρώπους που ήξεραν μόνο να παίρνουν.
Στην αρχή δεν το καταλαβαίνεις. Δίνεις χρόνο, δίνεις φροντίδα, δίνεις κατανόηση, δίνεις κομμάτια από σένα σαν να είναι ανεξάντλητα. Πιστεύεις πως έτσι χτίζονται οι σχέσεις. Με προσφορά. Με υπομονή. Με δεύτερες ευκαιρίες. Μέχρι που μια μέρα κοιτάζεις μέσα σου και βρίσκεις το δωμάτιο άδειο. Σαν σπίτι μετά από μετακόμιση. Κάτι έλειπε από παντού. Κι αυτό το κάτι ήσουν εσύ.
Οι άνθρωποι έχουν έναν παράξενο τρόπο να συνηθίζουν το φως που τους δίνεις. Το θεωρούν δεδομένο. Μέχρι που δεν ρωτούν ποτέ αν κουράστηκες να καίγεσαι για να ζεσταίνονται εκείνοι.
Και τότε αρχίζει η πιο δύσκολη εκπαίδευση της ζωής σου. Να μάθεις να επιστρέφεις σε σένα.
Να βγαίνεις μόνος για έναν καφέ και να μη νιώθεις εγκαταλελειμμένος. Να γυρίζεις σπίτι και να μην ψάχνεις μήνυμα για να ηρεμήσεις. Να αγοράζεις λουλούδια για το τραπέζι σου χωρίς να περιμένεις κάποιον να στα φέρει. Να κοιμάσαι χωρίς να κρατιέσαι από υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν ποτέ.
Σιγά σιγά γίνεσαι το καταφύγιο που παρακαλούσες να βρεις στους άλλους.
Και ξέρεις κάτι; Αυτό τρομάζει πολύ κόσμο. Γιατί ο άνθρωπος που έμαθε να γεμίζει μόνος του την ψυχή του, δεν εκβιάζεται εύκολα με ψίχουλα αγάπης. Δεν μένει εκεί που διψάει. Δεν παρακαλάει για παρουσία. Δεν πεθαίνει από απουσίες.
Απλώς θυμάται.
Θυμάται πόσες φορές τον άδειασαν μέχρι να μάθει πως η πιο ασφαλής αγκαλιά, είναι αυτή που μπορεί να προσφέρει μόνος στον εαυτό του.
