Γράφει η Αστέρω
Μεγάλωσα νομίζοντας πως η ζωή είναι ένας αγώνας που κερδίζεις αν αντέξεις περισσότερο από τους άλλους. Πως η αξία σου μετριέται στο πόσα σηκώνεις χωρίς να σπάσεις. Δεν ήξερα άλλον τρόπο. Κανείς δε μου τον έδειξε.
Έφηβη πια η κόρη μου στην ηλικία που αρχίζει να με κοιτάζει κατάματα και να καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα λέω. Και μερικές φορές, όταν τη βλέπω να διστάζει να μου πει κάτι δύσκολο, να το ζυγίζει πρώτα σαν να φοβάται πως θα με επιβαρύνει, αναγνωρίζω τον εαυτό μου σ’ εκείνη και κάτι μέσα μου σφίγγεται. Γιατί δε θέλω να κληρονομήσει το βάρος που κουβάλησα εγώ.
Δε θέλω να της μάθω μόνο να επιβιώνει. Θέλω να μάθει να ζει.
Θέλω να ξέρει πως μπορεί να ζητήσει βοήθεια χωρίς αυτό να είναι αδυναμία. Πως το να κλαις δε σε κάνει λιγότερο δυνατή, σε κάνει αληθινή. Πως δε χρειάζεται να αποδείξει τίποτα σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό της.
Και θέλω να ξέρει πως η οικογένεια δεν είναι μόνο αίμα. Εμείς οι δυο έχουμε γύρω μας ανθρώπους που διαλέξαμε. Φίλους που έγιναν κάτι παραπάνω, ανθρώπους που μάς κράτησαν όρθιες όταν το σπίτι μας ήταν μόνο δύο άτομα ενάντια στα πάντα. Θέλω η κόρη μου να μεγαλώσει ξέροντας πως μπορεί να διαλέγει την οικογένειά της, πως δεν είναι υποχρεωμένη να μείνει δεμένη μόνο σε ό,τι της δόθηκε από τη γέννα.
Υπάρχουν μέρες που η παλιά συνήθεια με τραβάει πίσω, με σπρώχνει να της περάσω την ίδια σκληράδα που έμαθα εγώ, γιατί μοιάζει πιο δοκιμασμένη. Αλλά κάθε φορά διαλέγω κάτι άλλο.
Ό,τι μου έδωσαν μου έδωσε δύναμη σε έναν κόσμο που δεν άφηνε περιθώρια για τίποτα άλλο. Δεν μεμψιμοιρώ γι’ αυτό. Το τιμώ, γιατί χάρη σ’ αυτό στέκομαι εδώ σήμερα, ικανή να δώσω στην κόρη μου κάτι παραπάνω.
Γιατί η επιβίωση είναι το θεμέλιο. Αλλά το σπίτι δε χτίζεται μόνο από θεμέλια.
Έμαθα να κρατιέμαι όρθια μέσα στην καταιγίδα. Εγώ μαθαίνω στην κόρη μου πως δε χρειάζεται πάντα να υπάρχει καταιγίδα και πως, ακόμα κι όταν υπάρχει, δεν την αντιμετωπίζεις πάντα μόνη.
