Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που δεν ενδιαφέρεται να ζήσει. Τους αρκεί να παρασιτεί πάνω στις ζωές των άλλων. Δεν έχουν όνειρα να κυνηγήσουν, στόχους να κατακτήσουν ή μάχες να δώσουν. Έχουν, όμως, άποψη. Για όλους. Για όλα. Πάντα. Και, το χειρότερο, την ξεστομίζουν με τη βεβαιότητα ανθρώπου που κρατά στα χέρια του το ευαγγέλιο της αλήθειας, ενώ στην πραγματικότητα κρατά μόνο τα συντρίμμια της φαντασίας του.
Είναι οι άνθρωποι που κάνουν επάγγελμα την υπόθεση. Βλέπουν μια σκιά και ανακοινώνουν έγκλημα. Βλέπουν μια επιτυχία και μυρίζουν διαπλοκή. Βλέπουν μια γυναίκα να χαμογελά και αποφασίζουν ότι υποκρίνεται. Βλέπουν έναν άντρα να σωπαίνει και τον βαφτίζουν ένοχο. Δεν τους ενδιαφέρει τι συνέβη. Τους ενδιαφέρει τι βολεύει να συνέβη.
Γιατί η αλήθεια είναι άχρωμη για όσους έχουν εθιστεί στο δηλητήριο.
Το κουτσομπολιό δεν είναι αθώα κοινωνική συνήθεια. Είναι η πιο φθηνή μορφή εξουσίας. Είναι η ψευδαίσθηση ότι μπορείς να νιώσεις ανώτερος μικραίνοντας κάποιον άλλον. Όταν δεν μπορείς να υψώσεις το δικό σου ανάστημα, προσπαθείς να λυγίσεις των γύρω σου. Είναι πολύ πιο εύκολο να πετάξεις λάσπη παρά να χτίσεις χαρακτήρα.
Και τι ειρωνεία… Οι ίδιοι άνθρωποι που απαιτούν να μην τους κρίνει κανείς, δικάζουν τους πάντες χωρίς στοιχεία. Δεν εξετάζουν. Δεν αμφιβάλλουν. Δεν αναζητούν. Εκδίδουν αποφάσεις. Λες και η άγνοιά τους αποτελεί πειστήριο και η εμπάθειά τους νομικό προηγούμενο.
Τους βλέπεις να ψάχνουν με μανία μια ρωγμή στη ζωή του άλλου. Αν δεν τη βρουν, τη χαράζουν μόνοι τους. Αν δεν υπάρχει σκάνδαλο, θα το επινοήσουν. Αν δεν υπάρχουν αποδείξεις, τόσο το χειρότερο για τις αποδείξεις. Η φαντασία τους δεν υπήρξε ποτέ υπηρέτης της αλήθειας. Ήταν πάντα υπηρέτης της μικρότητας.
Το πιο θλιβερό είναι ότι πιστεύουν πως εκθέτουν τους άλλους, ενώ κάθε λέξη τους είναι μια δημόσια ομολογία του δικού τους ελλείμματος. Γιατί ο άνθρωπος που σπεύδει να γεμίσει τα κενά με καχυποψία δεν αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του άλλου· αποκαλύπτει το περιεχόμενο της δικής του σκέψης. Και μια σκέψη που τρέφεται αποκλειστικά από υποψίες καταλήγει να πεινάει από αλήθεια.
Ας το πούμε, λοιπόν, χωρίς περιστροφές. Οι περισσότεροι αυτόκλητοι «γνώστες» της ζωής των άλλων δεν είναι διορατικοί. Είναι αργόσχολοι της ψυχής. Δε διαθέτουν ένστικτο. Διαθέτουν εμπάθεια. Δεν έχουν κρίση. Έχουν προκατάληψη. Και πίσω από κάθε βεβαιότητα που ξεστομίζουν κρύβεται ένας άνθρωπος που φοβάται να κοιτάξει τον καθρέφτη περισσότερο απ’ όσο κοιτάζει το παράθυρο του γείτονα.
Είναι εντυπωσιακό πόση ενέργεια αφιερώνουν στο να ερμηνεύσουν βλέμματα, σιωπές, αναρτήσεις, απουσίες και φωτογραφίες. Αν επένδυαν τον ίδιο ζήλο στο να διορθώσουν τα δικά τους λάθη, ίσως να μην είχαν χρόνο να ασχολούνται με τα λάθη που φαντάζονται στους άλλους. Αλλά η αυτοβελτίωση δεν προσφέρει το ίδιο εύκολο μεθύσι με την κακολογία. Η πρώτη απαιτεί χαρακτήρα. Η δεύτερη μόνο κοινό.
Και κάπως έτσι γεννιούνται οι μεγαλύτερες αδικίες. Όχι από ανθρώπους που γνωρίζουν, αλλά από ανθρώπους που νομίζουν. Από εκείνους που μπερδεύουν την υποψία με τη γνώση, την προκατάληψη με την εμπειρία και τη φαντασίωση με την πραγματικότητα. Οι πιο επικίνδυνοι ψεύτες δεν είναι όσοι λένε συνειδητά ψέματα. Είναι όσοι έχουν πείσει πρώτα τον εαυτό τους ότι οι εικασίες τους είναι αλήθεια.
Στο τέλος, όμως, η ζωή είναι αμείλικτη. Δεν μετρά πόσες ξένες ιστορίες σχολίασες. Μετρά τι έχτισες στη δική σου. Και όσοι περνούν τα χρόνια τους ξεκοκκαλίζοντας ζωές που δεν τους ανήκουν, φτάνουν κάποτε μπροστά στον μοναδικό άνθρωπο που δεν κατάφεραν ποτέ να γνωρίσουν πραγματικά. Τον εαυτό τους.
Γιατί όποιος ξοδεύει τη ζωή του σχολιάζοντας τις ζωές των άλλων, έχει ήδη υπογράψει τη χρεοκοπία της δικής του.
Περαστικά σας!
