Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Το «εντάξει» που σου είπα, δεν σήμαινε συγχώρεση.
Δεν ήταν αποδοχή, ούτε συμφωνία.
Ήταν η στιγμή που σταμάτησα να ελπίζω.
Οι λέξεις είναι ύπουλες.
Μπορούν να κρύβουν μέσα τους συναισθήματα που δεν φαίνονται στην επιφάνεια.
Κι αυτό το «εντάξει» δεν είχε καμία δόση ανακούφισης.
Ήταν βαμμένο με παραίτηση.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, προσπαθούσα.
Έβρισκα δικαιολογίες, έδινα δεύτερες, τρίτες, δέκατες ευκαιρίες.
Έπειθα τον εαυτό μου ότι τα λάθη διορθώνονται, ότι η πρόθεση μετράει, ότι η αγάπη μπορεί να καλύψει τα κενά.
Αλλά η αλήθεια είναι πως, κάθε φορά που επαναλάμβανες το ίδιο λάθος, έσβηνες ένα κομμάτι από την ελπίδα μου.
Και φτάνει πάντα μια στιγμή που δεν μένει τίποτα για να σβηστεί.
Εκεί που δεν έχει πια θυμό, ούτε δάκρυα.
Μόνο σιωπή.
Μια σιωπή που λέει «δεν περιμένω τίποτα πια από σένα».
Αυτό ήταν το «εντάξει» μου.
Η παραδοχή ότι δεν θα γίνεις ποτέ αυτός που ήλπιζα.
Η συνειδητοποίηση πως, αν μείνω, θα συνεχίσω να μαζεύω απογοητεύσεις αντί για στιγμές.
Δεν ήταν συγχώρεση – ήταν αποσύνδεση.
Γιατί η συγχώρεση φέρνει μαζί της μια υπόσχεση συνέχειας, μια διάθεση να χτίσεις ξανά.
Εγώ, εκείνη τη στιγμή, δεν ήθελα να χτίσω τίποτα άλλο.
Ήθελα μόνο να βγω από το έργο που παιζόταν ξανά και ξανά με το ίδιο φινάλε.
Το «εντάξει» που είπα δεν ήταν γέφυρα.
Ήταν το γκρέμισμα της γέφυρας.
Κι αν δεν το κατάλαβες τότε, είναι γιατί ποτέ δεν είδες το βάρος που κουβαλούσα μέχρι να φτάσω εκεί.
Δεν σε μισώ.
Απλώς σταμάτησα να περιμένω.
Κι όταν σταματάς να περιμένεις, σταματάς και να πληγώνεσαι.
Έτσι, το «εντάξει» ήταν η πιο σιωπηλή, αλλά και η πιο οριστική μου απόφαση.
