Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Εκείνος αγάπησε τους δράκους της. Όχι γιατί δεν τους είδε. Τους είδε όλους. Τους γνώρισε έναν έναν. Τους άκουσε να βρυχώνται, να απαιτούν, να δοκιμάζουν τα όρια. Και αντί να φύγει, έμεινε. Όχι από αφέλεια. Από επιλογή. Γιατί κατάλαβε πως οι δράκοι δεν ζητούν θυσία. Ζητούν κάποιον να μην τρομάξει.
Και στις σειρήνες; Γέλασε. Όχι ειρωνικά. Αληθινά. Γέλασε τόσο δυνατά που οι φωνές τους έχασαν το νόημά τους. Γιατί όταν δεν διψάς για επιβεβαίωση, το τραγούδι τους δεν σε τραβά. Όταν δεν ψάχνεις σωτήρες, δεν παρασύρεσαι. Εκείνος δεν ήθελε να τη σώσει. Ήθελε να τη δει.
Αγάπησε τις ρωγμές της σαν χάρτη. Όχι για να τις διορθώσει. Για να περπατήσει μαζί τους. Κατάλαβε πως τα τέρατα γεννιούνται από φόβο και πως οι σειρήνες τραγουδούν για να καλύψουν κενά. Κι εκείνος δεν είχε κενό. Είχε παρουσία. Στεκόταν. Μιλούσε καθαρά. Γελούσε όταν έπρεπε. Σιωπούσε όταν χρειαζόταν.
Δεν την έκανε πιο ήσυχη. Την έκανε πιο αληθινή. Γιατί όταν κάποιος σε αντικρίζει χωρίς να θέλει να σε αλλάξει, σταματάς να παίζεις ρόλους. Οι δράκοι κουράζονται. Οι σειρήνες σιωπούν. Όχι από ήττα. Από ανακούφιση.
Αυτός ο άντρας δεν φοβήθηκε να αγαπήσει ολόκληρα. Δεν ζήτησε ανταλλάγματα. Δεν έστησε σκηνικό. Έφερε γέλιο. Και το γέλιο, όταν είναι αληθινό, αφοπλίζει τα πάντα.
Κι έτσι, χωρίς μάχες και υποσχέσεις, έμεινε. Όχι ως ήρωας. Ως άνθρωπος που δεν λύγισε μπροστά σε μύθους. Και όταν σιώπησαν οι δράκοι και οι σειρήνες, έμεινε μόνο η αλήθεια. Κι αυτή αντέχει.
