Γράφει η Αγγελική Καμπέρου
Γέλια, φωνές, φασαρία. Ήχος στο παρασκήνιο, σαν ξεχασμένη τηλεόραση με ένταση στο 3.
Φώτα, έξοδοι, χαμόγελα, ευτυχία. Αναβοσβήνουν σαν χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που κάποιος ξέχασε να κατεβάσει.
Κάπου κάπου βρίσκεσαι στο προσκήνιο. Τα γέλια, οι φωνές, η φασαρία είναι δικά σου, είναι και δικά σου. Σαν η ένταση από εκείνη την τηλεόραση με κάποιον τρόπο να δυνάμωσε, σαν κάποιος να την έβαλε στο 8. Είσαι εκεί και δεν είσαι. Προσπαθείς όμως.
Γελάς, βγαίνεις, μιλάς. Μπορεί να τα βλέπεις όλα θολά, σαν να βρίσκεται μπροστά σου μια μεμβράνη, μα προσπαθείς.
Και εκεί, σε εκείνη την ανάπαυλα, μέχρι και τα λαμπιόνια που κάποιος ξέχασε να κατεβάσει, σαν να σου αρέσουν, κι ας πλησιάζει Πάσχα και μοιάζουν άταιρα, άκαιρα.
Προσπαθείς.
Και ύστερα από λίγο, ξανά θολός ήχος στο παρασκήνιο.
Τυλίγεσαι γλυκά, σχεδόν νοσταλγικά, από εκείνο το ήσυχο πέπλο που μοιάζει λες και τα σιγεί όλα.
Γλυκιά ησυχία.
Αφόρητη μοναξιά.
Τι οξύμωρο.
Κι όμως τόσο αληθινό.
Ζηλεύεις εκείνους που δεν ζουν στην σίγαση. Εκείνους που δεν φορούν το ίδιο πέπλο με εσένα. Δεν θα τους το ευχόσουν, μα ίσως θα ήθελες για λίγο να μπορούσαν να περπατήσουν στον δικό σου δρόμο.
Να δουν από την δική σου ματιά τον κόσμο.
Όχι να φορέσουν το πέπλο σου.
Αυτό δεν δανείζεται.
Και ευτυχώς, αν με ρωτάς.
Μα να… να μπορούσαν λίγο να νιώσουν εκείνο το βάρος που σέρνεις σαν τροχοπέδη από πίσω σου. Όχι για να τιμωρηθούν που δεν το έχουν, αλλά να… με την ελπίδα πως ίσως έτσι κάποιος να μπορέσει να σε βοηθήσει να το σηκώσεις.
Ο πνιχτός ήχος από την ζωή που κυλά γύρω σου επιστρέφει.
Ακόμα μια μέρα. Ακόμα μία που θα προσπαθήσεις να τον απελευθερώσεις.
Που ξέρεις…
Ίσως κάποια στιγμή καταφέρεις εκείνο το πέπλο να γίνει μια ανάμνηση και όχι καταφύγιο.
