Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Είπες πολλά, έκανες λίγα. Κι αυτό από μόνο του ήταν μια αλήθεια που αρνιόμουν να δω. Εγώ έκανα πολλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς να περιμένω ανταπόδοση. Έβαλα πλάτη, έβαλα ψυχή, έβαλα ό,τι είχα και δεν είχα. Κι όταν ήρθε εκείνη η στιγμή που έπρεπε να φύγω, δεν σου χάρισα ούτε το αντίο. Όχι από εκδίκηση. Από αυτοσυντήρηση.
Ξέρεις τι κουραστικό είναι να ακούς μεγάλες κουβέντες και να βλέπεις μικρές πράξεις; Να περιμένεις συνέπεια και να παίρνεις μόνο υποσχέσεις; Εσύ μιλούσες με στόμφο, σαν να ήταν οι λέξεις αρκετές για να χτίσουν μια σχέση. Σαν να μπορούσαν να ταΐσουν, να γιατρέψουν, να κρατήσουν όρθιο κάτι που ήδη έγερνε.
Κι εγώ; Εγώ μάτωνε το χέρι μου για να το ισιώσω. Έβαζα όρια εκεί που άφηνες κενά. Έδινα χώρο εκεί που εσύ έκλεινες πόρτες. Έδειχνα μια διαθεσιμότητα που δεν εκτίμησες, γιατί νόμιζες πως θα είναι μόνιμη. Λάθος σου.
Συνήθισες την παρουσία μου, λες και την κέρδισες χωρίς προσπάθεια. Συνήθισες το νοιάξιμο, λες και σου ανήκε. Συνήθισες να παίρνεις, χωρίς να δίνεις ούτε το μισό από όσα ζητούσες. Σε βόλευε η σιωπή μου, αλλά δεν κατάλαβες πως αυτή η σιωπή δεν ήταν αδυναμία. Ήταν μέτρημα. Ήταν παρατήρηση. Ήταν το προοίμιο του τέλους.
Και όταν ήρθε η ώρα… έφυγα. Γρήγορα, καθαρά, χωρίς φασαρία. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς δράματα. Χωρίς το «αντίο» που περίμενες για να νιώσεις σημαντικός. Δεν σου χρωστούσα αποχαιρετισμό. Σου είχα δώσει ήδη αρκετά.
Κι αν αναρωτιέσαι γιατί δεν μίλησα, η απάντηση είναι απλή: μιλάει η καρδιά μέχρι να πάψει να αντέχει. Μετά μιλάει η αξιοπρέπεια. Και η δική μου είπε «φτάνει».
Είπες πολλά. Έκανες λίγα. Εγώ έκανα πολλά, δεν είπα τίποτα. Και όταν αποφάσισα να φύγω, έφυγα όπως φεύγουν οι άνθρωποι που αγάπησαν αληθινά: αθόρυβα, αλλά οριστικά. Δεν χρειάζεται αντίο όταν κάτι τελειώνει από μόνο του.
