Γράφει ο Σάκης Χαλβαντζής.
Πάντοτε τον είχα στο τσεπάκι μου τον έρωτα. Τον είχα εύκολο και φθηνό κι ακίνδυνο κι ασφαλή.
Τώρα μεγαλώνω..
Τώρα μου μοιάζει αλλιώτικος, αλλόκοτος, επώδυνος, βάναυσος.
Είμαστε τόσο ηδονικά πεινασμένοι για δαύτον.. Μοιάζουμε με λευκά –ωχρά, μικρά ανθρωπάκια που ισορροπούν μεταξύ φωτός και σκοταδιού. Πάνω σ’αυτή την ευαίσθητη και λεπτή ισορροπία, καλούμαστε να βρούμε το κασελάκι, μέσα στο οποίο είναι επτασφράγιστος –κλειδωμένος, ο πολυπόθητος έρωτας.
Είναι λοιπόν ο “έρωτας”.. θήραμα άγριο, κτήνος ατίθασο κι απλοϊκό συνάμα. Είμαστε εμείς, κυνηγοί, καταδικασμένοι ν’αναζητούμε οτιδήποτε μπορεί να μας προσφέρει την αίσθηση έστω, ενός κάποιου έρωτα.
Το κυνήγι ατέλειωτο. Κι η προσκόλληση ατέλειωτη και τούτη.
Σε βαθμό που και τα μικρότερα ψήγματα ενδιαφέροντος ενός ανθρώπου, τα μεταφράζουμε σε έρωτα. Φτάνουμε στο σημείο ν’αναρωτιόμαστε αν όντως είμαστε ερωτευμένοι ή πρόκειται για ψευδαίσθηση. Εν τέλει η αμφιβολία αυτή και μόνο, είναι αρκετή για να βυθιστούμε ξανά στη δυστυχία μας.
Έλα όμως που.. δεν χρήζει ερώτησης, δε χωράει αμφιβολία αν πραγματικά έχεις κυριευτεί απ’αυτό το “διαολόπραμα”. Νιώθεις τη σύγκρουση με τα “μέσα” σου. Βιώνεις τον καταναγκασμό, την ανασφάλεια, την ένταση, την τρέλα, την οδύνη, τη συντριβή και την ανυπακοή απέναντι στη λογική. Σηκώνεις την προσωπική σου επανάσταση, γράφεις ποίηση, ζώνεις με χρώματα την καρδιά σου και ντύνεις την καθημερινότητά σου με πρωτόγνωρη χαρά.
Βλέπεις καλό μου, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι –όχι το δικαίωμα, το χάρισμα να ερωτεύονται! Αυτή η ασυνείδητη ανάγκη δεν ταράζει “ανθρωπάκια”. Τους πράους –μειλίχιους, εκείνους τους “χαμηλών τόνων” δεν τους πειράζει. Μπορεί να ενθουσιαστείς, να ποθήσεις, να νιώσεις εμμονή αλλά έρωτας είναι όλα αυτά μαζί, συν άλλα τόσα..
Είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα, γεμάτο εξάρσεις.
Λατρεύει το κόκκινο –τελικά καταπνίγεται στο μαύρο..
