Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως το ακριβότερο πράγμα που έχω να σου δώσω δεν είναι η αγάπη μου. Είναι ο χρόνος μου. Γιατί μπορεί να σ’ αγαπήσω πολύ, λίγο, στραβά, σωστά, όσο μπορώ. Αλλά η ώρα που θα καθίσω απέναντί σου δεν ξαναμπαίνει στον λογαριασμό μου. Έφυγε. Και όσο μεγαλώνω, αρχίζω να καταλαβαίνω πόσες τέτοιες ώρες πέταξα προσπαθώντας να εξηγήσω τα αυτονόητα.
Τρεις ώρες για να σου εξηγήσω γιατί με πλήγωσε αυτό που είπες. Άλλες δύο για να αποδείξω ότι πράγματι το είπες. Μία ολόκληρη νύχτα επειδή κάπου ανάμεσα στο «με πείραξε» και στο «δεν εννοούσα αυτό» βρέθηκα εγώ κατηγορούμενη που πειράχτηκα.
Δεν θέλω άλλο.
Και δεν το λέω θυμωμένα. Αυτό είναι ίσως το χειρότερο.
Δεν με ενδιαφέρει πια να κερδίσω.
Αν κάθε συζήτησή μας πρέπει να είναι μάχη, δεν μου κάνει. Αν πρέπει να έρχομαι με επιχειρήματα, αποδείξεις, ημερομηνίες και screenshots για να δικαιούμαι αυτό που ένιωσα, δεν μου κάνει. Αν την ώρα που σου λέω πού με πόνεσες, εσύ ψάχνεις γρήγορα στη μνήμη σου πότε σε πόνεσα εγώ για να έρθουμε πάτσι, πάλι δεν μου κάνει.
Και ξέρεις κάτι; Μπορεί να έχεις και δίκιο.
Αυτό είναι το καινούργιο.
Δεν χρειάζεται πια να είσαι ο κακός για να φύγω. Δεν χρειάζεται να είμαι εγώ η καλή. Δεν χρειάζομαι απόφαση δικαστηρίου, ενόχους και αθώους.
Μπορεί απλώς να μη μου κάνει αυτό που γινόμαστε όταν είμαστε μαζί.
Άργησα πολύ να καταλάβω ότι δεν είναι όλες οι σχέσεις που τελειώνουν αποτυχίες. Αποτυχία είναι και να μένεις χρόνια κάπου επειδή έχεις επενδύσει ήδη χρόνια. Να πετάς κι άλλον χρόνο για να δικαιολογήσεις εκείνον που πέταξες.
Κάποτε είχα υπομονή για ατέρμονες κουβέντες. Για «να το λύσουμε». Για άλλη μία εξήγηση. Για εκείνη την τελευταία συζήτηση που είχε ήδη γίνει δεκαεπτά φορές με διαφορετικές λέξεις.
Τώρα όχι.
Τώρα θέλω ανθρώπους με τους οποίους μια δύσκολη κουβέντα μπορεί να παραμείνει κουβέντα. Που δεν χρειάζεται να νικήσουν για να ακουστούν. Που μπορούν να πουν «έκανα μαλακία» χωρίς να τους πέσει η κορώνα. Κι εγώ το ίδιο.
Γιατί τελικά αυτό άλλαξε μεγαλώνοντας.
Δεν έγινα πιο σκληρή.
Έγινα ακριβότερη.
Και τον χρόνο μου δεν τον έχω πια για πέταμα.
