Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Ξέρεις τι σκέφτομαι; Αν δεν με είχες ξεχάσει εσύ, εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να σε έχω ξεχάσει. Δεν θα ήθελα, δεν θα προσπαθούσα, δεν θα τολμούσα. Κι ας είχαμε διαλύσει ο ένας τον άλλο, κι ας είχαμε αφήσει πίσω μας ερείπια. Γιατί, όσο υπήρχες μέσα μου, υπήρχε και η ελπίδα ότι κάποτε θα γυρίσεις.
Αλλά εσύ ήσουν αυτή που γύρισε την πλάτη. Εσύ ήσουν αυτή που έκλεισε την πόρτα χωρίς να κοιτάξει πίσω. Κι εγώ, όσο κι αν πάλεψα να την κρατήσω μισάνοιχτη, την είδα να κλείνει αργά και να σφραγίζεται. Δεν ξέρω αν το έκανες για να σωθείς ή για να με τιμωρήσεις. Ξέρω μόνο πως, από εκείνη τη στιγμή, η μνήμη σου άρχισε να ξεθωριάζει μέσα μου.
Δεν το παραδέχτηκα ποτέ, αλλά η λήθη είναι βίαιη. Δεν ξεχνάς επειδή θέλεις, ξεχνάς επειδή σε ξεχνούν. Ξεχνάς επειδή κάθε μέρα που περνάει, η σιωπή μεγαλώνει, η απόσταση σκάβει, και το «μαζί» γίνεται λέξη ξένη. Εσύ ήσουν αυτή που έριξε την πρώτη πέτρα. Εγώ απλώς έμαθα να περπατάω μακριά από τα χαλάσματα.
Μη νομίζεις όμως ότι έσβησες. Υπάρχουν στιγμές που επιστρέφεις σαν κλέφτης. Στις πιο αθώες ώρες μου, σε μια μυρωδιά, σε έναν ήχο, σε ένα βλέμμα που μοιάζει με το δικό σου. Και τότε καταλαβαίνω πως, αν δεν με είχες αφήσει, θα ζούσα ακόμα δέσμιος του ονόματός σου.
Δεν ξέρω αν αυτό είναι λύτρωση ή τιμωρία. Ξέρω μόνο πως η μνήμη μας πέθανε όταν την άφησες νηστική. Και καμιά αγάπη δεν αντέχει στην πείνα. Ίσως αν είχες μείνει λίγο παραπάνω, αν είχες πολεμήσει λίγο πιο σκληρά, να ήμασταν ακόμα εδώ.
Τώρα, ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω, δεν έχει σημασία. Γιατί η λήθη δεν κάνει πίσω. Κι αν κάποτε με ρωτήσεις πώς κατάφερα να σε ξεχάσω, θα σου απαντήσω την αλήθεια: δεν το έκανα εγώ. Το έκανες εσύ για μένα.
