Γράφει η Μαργαρίτα Ζερβού
Υπάρχει κάτι που κάνεις ξανά και ξανά, κι ας σε κουράζει.
Κάθεσαι και ψάχνεις το “γιατί”. Σκαλίζεις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, ξαναδιαβάζεις σιωπές, προσπαθείς να βγάλεις νόημα από κάτι που δεν είχε καμία πρόθεση να σου εξηγηθεί.
Κι όμως, η αλήθεια είναι πιο απλή απ’ όσο αντέχεις.
Αν ήθελε να σου δώσει εξηγήσεις, θα στις είχε δώσει.
Όχι αύριο. Όχι όταν ηρεμήσει. Όχι όταν “ξεκαθαρίσει μέσα του”. Θα το είχε κάνει ήδη. Γιατί όταν κάποιος νοιάζεται έστω και λίγο να μην σε αφήσει μπερδεμένο, βρίσκει τον τρόπο. Δεν κρύβεται πίσω από σιωπές. Δεν εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω του ερωτηματικά.
Δεν είναι ότι δεν ήξερε τι να πει.
Είναι ότι δεν ήθελε να πει.
Κι εσύ; Έμεινες να κάνεις τη βρώμικη δουλειά. Να συμπληρώνεις τα κενά, να γράφεις σενάρια, να δικαιολογείς συμπεριφορές που μέσα σου σε πείραξαν από την πρώτη στιγμή. Έδωσες χώρο εκεί που δεν σου δόθηκε ξεκάθαρη θέση.
Και κάπου εκεί, άρχισες να πείθεις τον εαυτό σου ότι ίσως φταις κι εσύ. Ότι ίσως πίεσες, ίσως ζήτησες πολλά, ίσως δεν κατάλαβες.
Όχι.
Δεν ζήτησες πολλά. Ζήτησες τα βασικά.
Μια εξήγηση. Μια καθαρή κουβέντα. Ένα τέλος που να μοιάζει με σεβασμό.
Και δεν το πήρες.
Όχι γιατί δεν μπορούσε. Αλλά γιατί δεν μπήκε καν στη διαδικασία.
Κι αυτό είναι που πονάει στ’ αλήθεια. Όχι η απουσία του. Αλλά το πόσο εύκολα σε άφησε να μείνεις με απορίες. Το πόσο λίγο τον ενδιέφερε να μη σε αφήσει να ψάχνεις.
Αλλά άκου αυτό, όσο κι αν σε εκνευρίζει.
Η σιωπή του δεν είναι κενό. Είναι απάντηση.
Μια απάντηση που δεν έχει ωραίες λέξεις, δεν έχει εξηγήσεις, δεν έχει ανακούφιση. Έχει μόνο ξεκάθαρη θέση. Δεν θέλω. Δεν ασχολούμαι. Δεν επενδύω άλλο.
Κι εσύ συνεχίζεις να ψάχνεις κάτι πιο “όμορφο” για να κρατηθείς.
Δεν υπάρχει.
Κάποια στιγμή, θα κουραστείς να κυνηγάς απαντήσεις από ανθρώπους που δεν μπήκαν ποτέ στη διαδικασία να σου δώσουν ούτε τα αυτονόητα. Και τότε, χωρίς θόρυβο, θα αλλάξει κάτι μέσα σου.
Θα σταματήσεις να ρωτάς.
Όχι γιατί πήρες απάντηση.
Αλλά γιατί κατάλαβες.
